Ίδρυση πολιτικού φορέα Ελλήνων

‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ!


‘Εσείς, ώ άθάνατοι ψυχαί τών έλευθέρων προγόνων μου! ένδυναμώσατε τώρα τόν ζήλον μου μέ τά ήρωΐκά σας έντάλματα, διά νά έκφράσω, καθώς πρέπει, τά τής έλευθερίας κάλλη είς τούς άπογόνους σας. Καί σύ, ίερά Πατρίς, έγκαρδίωσον καί στερέωσον τήν πρός σέ άγάπην μου, μέ τήν ένθύμησιν τών παλαιών τερατουργημάτων σου, διά νά παραστήσω μέ σαφήνειαν είς τά τέκνα σου τάς φοβεράς χρείας σου, καί νά ένθουσιάσω τάς έλληνικάς των καρδίας μέ τόν θείον σου έρωτα.

Ναί, φιλτάτοι μου ‘Ελληνες, τό έπιχείρημα είναι δύσκολον δι’ έμέ, άλλ’ ή Πατρίς τό ζητεί, τό χρέος μου μέ βιάζει, καί μόνον ή άλήθεια τών λόγων μου μού προμηνύει καλήν έκβασιν. ‘Αντί ρητορικών φράσεων, θέλει καλλωπίσει τόν λόγον μου ή διήγησις τών θαυμαστών έργων τών πάλαι ‘Ηρώων, ή μεγαλειότης δέ τού θέματος καί τό κοινόν όφελος μού τάζουσι τήν παρ’ έμού ποθουμένην άνταμοιβήν, λέγω τήν κατάπεισιν τών όμογενών μου ‘Ελλήνων.

‘Αμποτες, λοιπόν, νά άξιωθώ νά άποδείξω έμπράκτως τά όσα, κατά τό παρόν, διά λόγου άπεφάσισα νά σάς κοινοποιήσω, τό όποίον έπεύχομαι είς όλους τούς άγαπητούς μου ‘Ελληνας καί όλους τούς άληθείς φιλοπάτριδας. ‘Αναγκαίον πράγμα είναι είς όποιον άποφασίσει νά έξετάση τήν άλήθειαν τών πραγμάτων, συχνάκις νά δυσπιστή είς τόν ίδιον έαυτόν του, καί χωρίς νά είναι εύκολόπιστος είς τούς άλλους, νά καταπείθεται μόνον είς τήν άναμφιβολίαν. ‘Ωσάν όπού πολλάκις άμελώντας τινάς μίαν παραμικράν έρευναν, καί δίδοντας πίστιν είς όσα άκροάζεται άπό άλλους, εύκόλως ήμπορεί νά άπατηθή, καί τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν άκατάστατον είς τήν ύπόθεσιν όπού ζητεί, καί έξακολούθως ούτε αύτός ήμπορεί νά εύρη τήν άλήθειαν, ούτε άλλοι παρ’ αύτού νά τήν έννοήσωσι.

‘Οταν όμως έξετάζη τήν ύπόθεσιν μέ προσοχήν, συγκρίνει άδιαφόρως τούς περί αύτής όμιλήσαντας, έρευνώντας πρός τούτοις τάς αίτίας, όπού τόν καθένα έπαρακίνησαν νά όμιλήση’ όταν, λέγω, έκλέγει τό πιθανόν άπό τό άδύνατον καί τό δύσκολον άπό τό άμφίβολον, τότε προχωρεί βαθμηδόν, καί φθάνει τέλος πάντων είς τήν άλήθειαν, καί εύρίσκει τήν άνταμοιβήν είς τούς κόπους του μέ τήν άκριβήν της άπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθείς νά καταπείθεται, καί άνοητότατος ήθελεν είναι ό άκατάπειστος.

Πολλοί, μέχρι τής σήμερον, έστάθησαν οί πολυπράγμονες τής άνθρωπίνης εύδαιμονίας, πολλά όλίγοι όμως διετήρησαν τούς προλεχθέντας κανόνας, καί όλιγότατοι έπέτυχον τού σκοπού των’ καί διά τούτο άλλος μέν ήλπισε νά τήν εύρη είς τά πλούτη, άλλος είς τήν μάθησιν, άλλος είς τήν πτωχείαν, άλλος είς τήν φιλαυτίαν’ μερικοί πάλιν, έξετάζοντες τά άνθρώπινα περιστατικά, καί άπαντούντες πανταχόθεν έμπόδια καί δυσκολίας, είπον ότι ό άνθρωπος δέν ήμπορεί νά είναι εύτυχής κατ’ ούδένα τρόπον’ άλλοι δέ, όπού δέν έλαβον έπιμέλειαν νά έρευνήσωσι όσον έχρειάζετο τήν ύπόθεσιν, άπεφάσισαν εύθύς εύθύς, ότι όλοι οί άνθρωποι είναι εύτυχείς.

‘Ανάμεσα, λοιπόν, είς τοιούτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμών, άλλο, βέβαια, δέν ήμπορεί τινάς νά καταλάβη, είμή μόνον ότι ή εύτυχία τού άνθρώπου στέκεται είς τό νά είναι εύχαριστημένος, καί έξακολούθως, μήν ήμπορώντας νά είναι κατά πάντα εύχαριστημένος, ούτε κατά πάντα εύτυχής ήμπορεί νά όνομασθή. ‘Οθεν, διά νά εύτυχήση ό άνθρωπος όσον περισσότερον είναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νά έξαλείψη όσας αίτίας τής δυσαρεσκείας του ήμπορέση, δηλ. νά ύπακούη είς τήν θέλησίν του. ‘Αλλ’ έπειδή οί άνθρωποι δέν έχουσιν όλοι τάς αύτάς θελήσεις, είναι άναγκαίον οί όλιγότεροι νά ύπακούουν είς τήν θέλησιν τών περισσοτέρων καί μήν όντας δυνατόν νά είναι όλοι εύτυχείς, κάν νά είναι οί περισσότεροι.

‘Η εύτυχία μας λοιπόν κρέμαται άπό τήν διοίκησιν, ή όποία ήμπορεί νά μάς καταστήση εύτυχείς μόνον τότε, όταν άρέσκη τών πεοισσοτέρων. Διά τούτο άναγκαίον είναι νά έξετάσητε μαζί μου, άνάμεσα είς τάς τόσας διοικήσεις, όπού τήν σήμερον έχουσιν οί άνθρωποι, ποία είναι ή καλλιοτέρα, τό όποίον δέν θέλει σάς φανή δύσκολον, έπειδή ήξεύρετε τόν τρόπον, όπού σάς
προείπον, τής δοκιμής της. ‘Αφού δέ εύρομεν τήν καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει καί τί έστί έλευθερία, περί ής ό λόγος, καί πόσων άξίων κατορθωμάτων καί άρετών είναι πρόξενος, καί τέλος πάντων είς τί συνίσταται ή όμοιότης καί ή όμόνοια’ όπού βεβαιωθέντες είς αύτά, νά προσπαθήσωμεν νά τά ξαναποκτήσωμεν, καί νά άναλαμπρύνωμεν τό Γένος μας, τό όποίον ή τυραννία τόσον ήμαύρωσεν. ‘Ο άνθρωπος είναι πεπροικισμένος άπό τήν φύσιν μέ τό λογικόν, διά μέσου τού όποίου συγκρίνει τά πράγματα άναμεταξύ των, καί προκρίνει άπό αύτά όποιον τόν ώφελεί περισσότερον, έχει δέ μίαν κλίσιν πρός τό βελτίον, όπού πάντοτε τόν παρακινεί, είς όποιανδήποτε κατάστασιν ήθελεν είναι, νά ζητή μίαν καλλιοτέραν’ ό πρώτος του λοιπόν καί άναγκαιότερος στοχασμός είναι τό νά διαφυλάξη τήν ζωήν του καί νά τήν διαυθεντεύση όσον ήμπορεί άπό κάθε έναντίον. ‘Εως όπού ό άνθρωπος ήμπόρεσε νά τραφή καί νά διαυθεντευθή μόνος του, έως τότε έσώθη ή φυσική ζωή, καί βέβαια ή εύτυχεστέρα διά ήμάς τούς θνητούς. ‘Αφού όμως ό ένας έκραξεν πρός βοήθειάν του τόν άλλον, τό φυσικόν σύστημα έτελείωσεν, καί εύθύς ήρχισεν, διά νά είπώ έτζι, τό έλεεινόν θέατρον τών άνθρωπίνων περιστάσεων.

‘Ισως τινάς ήθελεν έρωτήσει, πόθεν προήλθεν ή άνάγκη, όπού έβίασεν τόν άνθρωπον νά ζητήση βοήθειαν παρ’ άλλου’ άλλά ήθελεν είναι τό ίδιον νά έρωτούσε τινάς, διά ποίον τέλος καί διά τί τό ύπέρτατον Ον έκτισε τήν οίκουμένην. ‘Η μεγαλειτέρα άμάθεια είναι, άδελφοί μου, τό νά θέλη τινάς νά μάθη έκείνα όπού δέν ήμπορεί νά καταλάβη. ‘Οθεν, όποιος γνωρίζει τά όσα δέν δύναται νά έννοήση καί τά παραιτεί, είναι ό σοφώτερος τών άνθρώπων.

‘Αφού λοιπόν έπαυσεν, ώς είπον, τό πρώτον σύστημα τών άνθρώπων, είς τό όποίον ή φύσις ήτον άντί τών νόμων, ή γή όλη άντί τών πολιτειών, καί ή θέλησις καθενός άντί τών ήθών, άφού, λέγω, ό άνθρωπος δέν ήθέλησεν νά εύχαριστηθή μέ τήν σημερινήν τροφήν, άλλ’ έζήτησε νά προητοιμάση καί διά τήν αύριον, καί άφού τέλος πάντων άπεφάσισε νά ζήση μαζί μέ άλλους, έχασε τήν άληθή εύτυχίαν, καί έγινε δούλος όχι μόνον τού έαυτού του, καί άλλων, άλλά καί τών ίδίων άψύχων πραγμάτων.

Πρώτη λοιπόν έστάθη, ή άναρχία νά φανερωθή άνάμεσα είς τούς άνθρώπους. Εύθύς ό δυνατότερος άρχισε νά δώση νόμον τού άδυνάτου, καί οί περισσότεροι νά άρπάζωσι τό δίκαιον άπό τούς όλιγοτέρους: έκεί φόνοι, έκεί άδικίαι, έκεί τέλος πάντων μύρια άναγκαία πλημμελήματα έως τότε άγνώριστα. Είδεν ή άνθρωπότης τό καλόν όπού έχασεν, άλλά δέν τής ήτον πλέον δυνατόν νά τό ξαναποκτήση, καί άναγκαίως έχρειάσθη νά βασανισθή όχι όλίγον καιρόν, έως όπού ή σκιά τού θρόνου ήρχισε νά άπομωράνη τάς ψυχάς τών άνθρώπων, καί ίδού ή μοναρχία έμφανίσθη, ή όποία ώς πρόξενος καί γεννήτρια τής πολιτικής άνομοιότητος τών άνθρώπων, μετ’ ού πολλού μεταβληθείσα είς τυραννίαν, έφερεν είς τήν γήν όλα τά κακά όπού ήμπορούσεν νά δοκιμάση τό άνθρώπινον γένος.

‘Ιδού ό τύραννος, ώς ήμίθεος, νά δίδη τόν θάνατον είς τούς άλλους, καί νά χαρίζη τήν ζωήν όσων δέν θανατώνει. ‘Ιδού τά έλαττώματα, όχι πλέον μισητά, άλλά έπαινετά, καί έπιθυμητά. ‘Ιδού ή άδικία μέ τό ξίφος είς τήν δεξιάν, νά καταπατή τήν άρετήν, καί νά διώκη τήν δικαιοσύνην. ‘Ιδού…

‘Αλλά, τέλος πάντων, αύτά τά ίδια κακά, καί άνυπόφοροι δυστυχίαι έδίδαξαν τήν άνθρωπότητα νά εύρη μίαν διοίκησιν, είς τήν όποίαν νά έπιτύχη τήν άνάπαυσίν της καί τήν εύτυχίαν της’ αύτή είναι λοιπόν έκείνη ή διοίκησις, όπού έγώ θέλω νά τήν όνομάσω Νομαρχίαν, ή όποία, όσον περισσότερον οί άνθρωποι άγαπώσι τήν εύτυχίαν των, τόσον αύτή στερεούται καί φυλάττεται άμετάτρεπτος, ούσα ή ύστερινή μεταμόρφωσις, διά νά είπώ ούτως, τών διαφόρων διοικήσεων, καί ή μόνη πρόξενος τής άρετής, τής όμοιότητος, καί τής έλευθερίας.

Πολλάκις βλέπομεν, νά μήν άκολουθούν τόν είρημένον κανόνα είς τάς μεταβολάς των αί διοικήσεις, αύτό όμως προέρχεται άπό διαφόρους αίτίας, όπού τό παρόν θέμα δέν συγχωρεί τήν έκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνο νά ήξεύρη καθείς, ότι όποιαδήποτε διοίκησις πρέπει νά είναι μία άπό τάς είρημένας τέσσαρας, τάς όποίας ώς γενικάς κρίνω, καί ότι ή ύστερινή είναι ή καλλιοτέρα καί άρμοδιωτέρα πρός τό ήμέτερον εύ ζήν. Αύτήν λοιπόν άς έξετάσωμεν όσον δυνηθώμεν άκριβέστερα’ καί βέβαια είς αύτήν θέλομεν εύρει τήν έλευθερίαν διασωσμένην, καί έξακολούθως, τήν είσοδον είς τήν άνθρωπίνην εύδαιμονίαν. ‘Η νομαρχία, άδελφοί μου, εύρίσκεται τόσον είς τήν δημοκρατίαν, καθώς καί είς τήν άριστοκρατίαν, αί όποίαι είς άλλο δέν διαφέρουσι, είμή μόνον, ότι ή μέν δημοκρατία κλίνει είς τήν άναρχίαν, ή δέ άριστοκρατία είς τήν όλιγαρχίαν, ή όποία πολλάκις είναι χειροτέρα καί άπό τήν ίδίαν τυραννίαν.

‘Επειδή όμως καί είς τάς δύο αύτάς διοικήσεις σώζεται ή ‘Ελευθερία, άδιάφορος είναι ή έκλογή. ‘Οθεν, κατά τό πλήθος τού λαού, καί κατά τό κλίμα, ποτέ μέν προτιμάται ή μία, ποτέ δέ ή άλλη.
‘Αλλά τί έστί έλευθερία; Είς τήν άναρχίαν, ώ ‘Ελληνες, έλεύθεροι είναι μόνον οί ίσχυρότεροι, είς μέν είς τήν μοναρχίαν, ούδείς δέ είς τήν τυραννίαν, καί όλοι είς τήν νομαρχίαν. ‘Οθεν, κατά μέν τούς πρώτους ή έλευθερία άλλο δέν είναι, είμή ή έκτέλεσις τής θελήσεως τού καθενός, έπειδή, εύρισκόμενοι χωρίς νόμους, καί χωρίς κριτάς, ό μέν άρπαξ όνομάζει τάς άρπαγάς του άποτέλεσμα τής έλευθερίας του, όμοίως δέ καί ό άσωτος τάς άσωτίας του, καί ό κακός τάς κακίας του. Κατά δέ τούς δευτέρους, ώσάν όπού έπώλησαν τήν έλευθερίαν τους ένός, άλλο δέν έννοούσι μέ αύτήν τήν λέξιν, είμή τάς προσταγάς τού κυρίου των, καί είναι μόνον έλεύθεροι διά νά τόν ύπακούωσι. ‘Ο τύραννος δέ καί οί δούλοι του άγνοούσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, έπειδή ποτέ δέν τήν έδοκίμασαν, διά νά έχουν ίδέαν περί αύτής.

‘Υπό τής νομαρχίας, τέλος πάντων, ή έλευθερία εύρίσκεται είς όλους, ώσάν όπού όλοι κοινώς τήν άφιέρωσαν είς τούς νόμους, τούς όποίους διέταξαν αύτοί οί ίδιοι, καί ύπακούοντάς τους καθείς ύπακούει είς τήν θέλησίν του, καί είναι έλεύθερος. ‘Ιδού λοιπόν, όπού κατ’ αύτούς ή έλευθερία είναι ή ύπακοή είς τούς νόμους, καί έν ένί λόγω, άλλο δέν είναι ή έλευθερία παρά ή αύτή νομαρχία. Αύτή είναι, άγαπητοί μου, έκείνη ή έλευθερία, όπού άλλοι μέν άστοχάστως ένόμιζον τήν άπώλειαν, άλλοι δέ παραφρόνως τήν άπείθειαν, καί άλλοι άλλως, ώς ή άπαιδευσία έδίδασκε τόν καθένα, άφευκτα άποτελέσματα τής δουλείας, ή όποία έβαρβάρωσεν τούς άνθρώπους, κατέφθειρεν τά ήθη, καί έξ αίτίας της ήμείς διαφέρομεν τόσον άπό τούς προγόνους μας, όπού είς μερικούς φαινόμεθα άλλοτρίου γένους.

Φεύ! πού είσαι, έλευθερία ίερά! πού νόμοι! πού νομοδόται! ‘Οσον γνωρίζομεν τήν άληθή σημασίαν σου, τόσον αύξάνει ό πόθος μας είς τό νά σέ άπολαύσωμεν. ‘Εσύ είσαι ή μήτηρ τών μεγάλων άνδρών, σύ ό στύλος τής δικαιοσύνης, σύ ή πηγή τής εύτυχίας. ‘Ε, πόσον καλόν λείπει έκείνων, όπού σέ ύστερούνται! Πόσον θέλουν κλαύσει όσοι μέχρι τούδε δέν σέ έγνώριζον! ‘Ημείς δέ, ναί ίερά ‘Ελευθερία, μέ τούς όδόντας μας θέλομεν συντρίψει τάς άλύσους μας, διά νά τρέξωμεν πρός άπάντησίν σου. Είναι άδύνατον αί έλληνικαί ψυχαί νά κοιμηθούν πλέον είς τήν ληθαργίαν τής τυραννίας! ‘Ο λαμπρός ήχος τών άρμάτων των πάλιν θέλει άκουσθή πρός κατατρόπωσιν τών τυράννων των, καί ταχέως.

‘Αλλά πρίν είσέλθω είς τήν έπαρίθμησιν τών καλών τής αύτής νομαρχίας, κρίνω άναγκαίον νά σάς φανερώσω τι προλαβόντως περί τής όμοιότητος τών άνθρώπων, καί τούτο διά νά μήν άπατηθώσιν όσοι ήθελαν νομίσει νά εύρωσιν είς αύτήν τήν διοίκησιν μίαν άπόλυτον όμοιότητα.
Τρείς είναι λοιπόν αί αίτίαι τής άνομοιότητος τών άνθρώπων, άδελφοί μου, άγκαλά καί αύτοί νά διαφέρωσι κατά πολλούς τρόπους. ‘Η πρώτη άπό αύτάς είναι ή ίδία φύσις, ή όποία άλλους μέν έκαμεν δυνατής κράσεως, καί άλλους άδυνάτου, έχάρισε μερικών περισσότερον πνεύμα, καί άλλων τινών όλιγότερον, καί ούτως οί άνθρωποι διαφέρουσιν έν πρώτοις άναμεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον.

‘Η δέ δευτέρα είναι ή άνατροφή, διά τής όποίας ό άνθρωπος άποκτά τάς άρετάς καί τήν σοφίαν, ήτοι τά καλά ήθη. ‘Οθεν, οί άνθρωποι διαφέρουσιν άκόμη καί κατά τά ήθη. ‘Η τρίτη, τέλος πάντων, είναι ή τύχη, καί ούτως ό πτωχός διαφέρει άπό τόν πλούσιον. ‘Η άναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ’ άρχάς τήν άπλήν φυσικήν άνομοιότητα άνυπόφορον, καί έξακολούθως ή μοναρχία, καί μετ’ αύτής ή τυραννία, ήθέλησαν νά μετριάσουν όπωσούν τήν φυσικήν άνομοιότητα, καί αίφνιδίως έπροξένησαν είς τήν άνθρωπότητα τήν άκατάστατον καί φοβεράν άνομοιότητα τών ήθών τε καί τής τύχης, όπού θεωρώντας τήν σήμερον τινάς τούς άνθρώπους, πρέπει νά άνατριχιάζη άπό τοιούτον έλεεινόν θέαμα, εύρίσκοντας πολλά μεγαλειτέραν διαφοράν άπό ένα άνθρωπον είς άλλον, παρά άπό τόν άνθρωπον είς ένα ζώον. (1)

‘Αλλο μέσον δέν ήτον λοιπόν νά παρηγορήση τήν άνθρωπότητα, είς τόσον κακήν κατάστασιν εύρισκομένην, παρά μία καλή διοίκησις, καί διά τούτο ή νομαρχία, χωρίς νά θελήση ματαίως νά κάμη όλους δυνατούς, όλους πεπαιδευμένους, όλους πλουσίους, ή τούναντίον, έμετρίασε μόνον μέ τούς νόμους τήν φυσικήν άνομοιότητα, καί τόσον καλώς έξίσωσε τάς λοιπάς, ώστε όπού έκαμε νά χαίρωνται οί άνθρωποι μίαν έντελή όμοιότητα, άγκαλά καί κατά φύσιν άνόμοιοι.

Αύτή έδωσεν εύθύς τόπον τών δυνατών, νά διαυθεντεύσουν τήν πατρίδα των, έπαρηγόρησεν τούς άδυνάτους, μέ τό σκήπτρον τής δικαιοσύνης, έδίδαξε τούς άτάκτους νά εύρωσι τήν εύτυχίαν των είς τήν χρηστοήθειαν, έβράβευσεν τούς καλοηθείς, καί τέλος πάντων, χωρίς νά έμποδίση τό άκατάστατον τού συμβεβηκότος, έτίμησε μόνον τήν άξιότητα τού ύποκειμένου, καί ούτως μή καταφρονούσα..
1. Ας θεωρήση, διά μίαν στιγμήν, ό άναγνώστης ένα τεχνίτην μέ έξ τέκνα, καί τόν τύραννον τής Κωνσταντινουπόλεως, καί έπειτα άς μήν καταπεισθή, άν ήμπορέση. τόν πτωχόν, άπεδίωξε άπό τόν πλούσιον τήν λύσσαν τών χρημάτων. Καί ίδού, πάραυθα, ό στρατιώτης νά γίνηται ήρως, ό πολίτης νά κερδίζη τήν ζωοτροφίαν του, χωρίς νά ζημιώση τόν άδελφόν του, ό πτωχός νά μήν βλέπη τήν πτωχείαν του ώς άτιμίαν, καί ό πλούσιος νά μήν στοχάζεται πλέον τά πλούτη του ώς άρετοδοχείον, άλλ’ άπαξάπαντες νά εύρίσκωσι τήν εύχαρίστησίν των χωρίς τόν παραμικρόν κόπον, καί νά εύτυχώσι. Διότι, είναι φανερόν, όπού όταν ό άδύνατος δέν βλάπτεται άπό τόν δυνατόν, δέν τόν θλίβει ή άδυναμία του, ό πτωχός δέ, βλέποντας τήν άδιαφορίαν τών λοιπών είς τά τυχηρά άποκτήματα, δέν τόν λυπεί ή ύστέρησίς των, καί ούτως όλοι εύρίσκονται εύχαριστημένοι, συνζώσι όμοιοι, καί έλεύθεροι, ώς άδελφοί τινες είς τόν πατρικόν των οίκον, καί καθώς τούτοι διαυθεντεύουσι τούς γονείς των καί τούς άγαπώσι, ούτως καί έκείνοι χύουσι τό αίμα των διά τήν άγάπην τής πατρίδος των καί διά τήν φύλαξιν τών νόμων των.

Οί νόμοι, διά μέσου τών όποίων είς τήν νομαρχίαν χαίρονται οί άνθρωποι μίαν άπόλυτον πολιτικήν όμοιότητα, άγαπητοί μου, είναι είς τήν διοίκησιν, ώς ή ψυχή είς τό σώμα’ αύτοί δίδουσιν τήν κίνησιν είς τά πολιτικά σώματα, καί ό καλός νομοδότης είναι ό άξιώτερος καί τιμιώτερος τών άνθρώπων. Διά τών καλών νόμων άποκαταστώνται χρηστά τά ήθη τών πολίτων, καί όσον περισσότερον είναι καλοηθής ό λαός, τόσον εύκολοτέρως ύπακούονται οί νόμοι. Αύτοί ένώνοσι μέ θαυμασίαν τέχνην, τήν μερικήν μέ τήν κοινήν ώφέλειαν, καί προετοιμάζουσι τούς πολίτας είς τήν άρετήν καί είς τήν δόξαν, άπό τήν πλέον τρυφεράν ήλικίαν των, διά μέσου μιάς άνατροφής, άληθούς καί γλυκείας.

‘Η άνατροφή τών νέων είναι ό κυριώτερος στοχασμός τών νομοδότων. ‘Ο θαυμασιώτερος καί νουνεχέστερος νομοδότης, όπού μέχρι τής σήμερον έφάνη είς τόν κόσμον κατά πάντα τρόπον, έστάθη βέβαια ό μέγας Λυκούργος, ό όποίος δέν ήπατήθη νά στοχασθή τούς άνθρώπους, καθώς έπρεπε νά ήτον, άλλά γνωρίζοντάς τους όποίας λογής είναι, τούς άπεκατέστησε, όσον ήτον τό δυνατόν, καλλιοτέρους. ‘Η άνατροφή, διά νά είπώ ούτως, είναι μία δευτέρα φύσις είς τόν άνθρωπον, καί, διά τούτο, πρέπει νά άρχίση μαζί μέ τήν ζωήν του. ‘Η ‘Ελλάς μάς παρασταίνει μύρια παραδείγματα τής καλής άνατροφής τών προγόνων μας. Τά γυμναστήρια ήτον άνοικτά είς όλους, κοινώς καί άδιαφόρως, πρός φωτισμόν τών όλων. ‘Αλλά πώς, ίσως τινάς ήθελεν έρωτήσει, ήμπορεί ένας πτωχός πατήρ νά δώση τών τέκνων του μίαν τοιαύτην άνατροφήν; ‘Ε! τοιαύτη έρώτησις ήξεύρω άπό ποίους θέλει άρχίσει. Βέβαια, οί τοιούτοι είναι ύπό τυραννίας.

Ας μάθουν λοιπόν όλοι οί πτωχοί πατέρες, ότι ύπό τής νομαρχίας καθείς ήμπορεί νά ζήση καλά, καί χωρίς νά είναι πλούσιος. Οί νόμοι προβλέπουν είς τούς μή έχοντας. Τά τέκνα όλων είναι τής πατρίδος τέκνα, καί αύτή τά άνατρέφει, τά γυμνάζει, καί τά προκόπτει, διά τούτο καί αύτά τήν άγαπώσι διά εύγνωμοσύνην, καί διά τούτο, τέλος πάντων, προτιμάται αύτή ή διοίκησις, ή όποία όχι μόνον δέν έχει τά κακά, όπού φυλάττουσιν αί άλλαι, άλλά καί πλημμερεί άπό καλά, καλά έπιθυμητά, ώφέλιμα, καί άναγκαία. Ποίος δέν καταλαμβάνει τώρα, άδελφοί μου, ότι είς τήν νομαρχίαν μόνον εύρίσκεται ή εύτυχία μας, καί ότι ή έλευθερία καί ή όμοιότης είναι τά πρώτα καί κύρια μέσα τής άνθρωπίνης εύδαιμονίας; Βέβαια, ούδείς. Πολλοί όμως, άν καί καταλαμβάνουσι, ότι καλόν πράγμα είναι ή έλευθερία, δέν ήμπορούσι νά καταλάβωσι, μέ τήν ίδίαν εύκολίαν, πόσον άναγκαία είναι είς τόν άνθρωπον. Καί διά τούτο, σάς παρακαλώ νά μέ άκροασθήτε.

‘Ο Ζεύς, λέγει ό φιλόσοφος ποιητής ‘Ομηρος, ύστερεί τό ήμισυ τού λογικού άπό ένα λαόν ύποδουλωμένον, είς τρόπον όπού φαίνεται φανερώς, ότι ένόμιζεν τούς δούλους νά είναι μιάς διαφορετικής φύσεως, καί πολλά κατωτέρας ίκανότητος άπό τούς έλευθέρους. Τόσον δέ άναγκαίαν τήν έλευθερίαν έκρινε είς τόν άνθρωπον, όπού χωρίς αύτήν δέν μπορούσε νά όνομασθή άνθρωπος. ‘Η έλευθερία λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, είς ήμάς είναι, ώς ή όρασις είς τούς όφθαλμούς. Αν ό άνθρωπος δέν είναι έλεύθερος, δέν είναι δυνατόν νά γνωρίση τήν διαφοράν του άπό τόν δούλον, καί έξακολούθως είναι άναγκαίον πράγμα είς τόν δούλον νά γνωρίση τήν έλευθερίαν, διά νά μισήση τήν δουλείαν, καί νά τήν άποστραφή. Ας μήν σάς φανή λοιπόν παράξενον, άν ό σκλάβος δέν γνωρίζει παραχρήμα τήν ήδύτητα τής έλευθέρας ζωής. Αύτός, ήμπορεί νά παρομοιασθή είς ένα άρρωστον, ό όποίος άποστρέφεται κάθε νόστιμον φαγητόν,
ώσάν νά μήν ήτο πλέον συνθεμένον άπό τά ίδια πράγματα, όπού πρότερον τού ήρεσκον. ‘Αναγκαία λοιπόν τού είναι ή ύγιεία. ‘Η έλευθερία είναι περισσότερον άναγκαία είς τόν δούλον, όπού άσθενεί κατά τήν ψυχήν, καί μήν γνωρίζοντας είς τί συνίσταται αύτή ή πρόσκαιρος ζωή, ζή διά νά τρώγη, καί είναι ώσάν νά μήν είναι. Στοχασθήτε, άγαπητοί μου, ότι, όποίας καταστάσεως καί άν είναι ό δούλος, πρέπει έξ άνάγκης νά είναι δυστυχής. Εί μέν πλούσιος, φοβείται νά μήν πτωχύνη, εί δέ πτωχός, λυπείται, ότι νά μήν είναι πλούσιος. ‘Ο ένάρετος ύπό τής δουλείας χλευάζεται, ό φιλαλήθης δέν είσακούεται, έκεί ή τιμή συνοδεύει μέ τήν πτωχείαν, ή άρετή μέ τήν άδιαφορίαν’ ή δυσπιστία, ό φθόνος καί τό μίσος είναι άφευκτα γεννήματα τής δουλείας, καί άποκαταστώσι είς τόν νούν τών δούλων τήν έμπιστοσύνην, τήν φιλίαν, καί αύτήν τήν φιλανθρωπότητα, πάντως άνωφελή, καί πολλάκις έπιζήμια.

Πώς λοιπόν, είναι δυνατόν ό ταλαίπωρος δούλος, ό όποίος, άφ’ ού έγεννήθη μέχρι τέλους τής ζωής του, άλλο δέν έμαθε, παρά νά ύποτάσσηται είς έναν άλλον, πώς, λέγω, ήμπορεί νά καταλάβη, ότι ή φύσις μάς έκαμεν όλους όμοίους, καί ότι οί νόμοι πρέπει νά βλέπωσιν άδιαφόρως όλους τούς πολίτας; Πώς είναι δυνατόν έκείνος ό σκληροτράχηλος τύραννος νά στοχασθή ποτέ, καί νά καταπεισθή, ότι όποιος νομίζει νά άνέβη είς τόν θρόνον, διά νά γίνη μεγαλείτερος τών άλλων, άποκαταστείται ύποδεέστερος;

Πώς, τέλος πάντων, είναι δυνατόν, άγαπητοί μου, – έ! ταλαίπωρος άνθρωπότης! – πώς είναι δυνατόν, λέγω, έκείνος ό σκλάβος, όπού πάντοτε τύπτεται, καί γυμνός, πεινασμένος, καί άδικημένος, ύπακούει, ώς οί βόες τώ γεωργώ, κατά χρέος καί κατά συνήθειαν, συχνάκις δέ ό κύριος είναι ποταπότερος τού δούλου, πώς, λέγω, είναι δυνατόν νά γνωρίση αύτός, ότι αύτός ό ίδιος πρέπει νά είναι έν μέρος τού όλου, καί ότι ή ζωή του χρησιμεύει είς όλους, καί ότι ό θάνατός του;… πώς, έν ένί λόγω, νά άγαπήση τήν έλευθερίαν, όντας δούλος, καί νά γνωρίση τήν άνάγκην τής άποκτήσεώς της; Φεύ! αύτός βέβαια, νομίζει, καί άφεύκτως νομίζει, ότι έγεννήθη σκλάβος, καί ούτε τολμεί κάν νά κακο- τυχήση τήν γένναν του. ‘Ω, πώς ήθελε μείνει έκστατικός ό τοιούτος, άν ένας έλεύθερος ήθελε τού είπεί: τυφλέ καί άνόητε άνθρωπε, μάθε ότι ή φύσις είναι μία, καί ότι δέν διαφέρει είς ούδέν ό τύραννός σου άπό έσένα. Τά περιστατικά καί ή κακή διοίκησις μόνον σέ κατέστησαν τόσον διαφορετικόν, όπού σχεδόν, όσον διαφέρει ό χαλκός άπό τόν άργυρον, τόσον καί σύ διαφέρεις άπό τόν κύριόν σου’ άνοιξον τούς όφθαλμούς τού νοός σου, δύστυχε θνητέ, ίδε ότι ό ούρανός βρέχει διά όλους, ή γή βλαστάνει διά όλους, τά φυσικά χαρίσματα είναι κοινά, καί σύ, ταλαίπωρε, νά νομίζης έναν άλλον όμοιόν
σου ώς ένα θεόν, νά τρέμης έμπροσθέν του, καί νά τού πωλήσης τό άξιώτερον δώρον τής φύσεως, τήν έλευθερίαν σου! Πώς ήμπορείς…. καί άλλα τοιαύτα. Τί στοχάζεσθε νά ήθελε τού άποκριθή ό σκλάβος, ώ άγαπητοί; Βέβαια, ή ήθελε τόν νομίσει τρελλόν, ή δέν ήθελε καταλάβει τίποτες’ καί πώς ήμπορούσεν, άν διά μίαν στιγμήν ήθελε γνωρίσει τήν άλήθειαν, νά ύποφέρη τάς άλύσους του; Πώς ήτον δυνατόν νά ίδή ό φυλακωμένος άνοικτήν τήν θύρα τής φυλακής του, καί νά μήν φύγη; ‘Αδύνατον, βέβαια, ήθελεν είναι ένα παρόμοιον.

‘Ιδού λοιπόν, πόσον άναγκαία είναι ή έλευθερία είς τόν άνθρωπον, διά νά γνωρίση τό είναι του. ‘Ο δούλος, άδελφοί μου, δέν γίνεται ποτέ έλεύθερος, άν δέν γνωρίση τί έστί έλευθερία, καί όστις άγνοεί τήν έλευθερίαν, άγνοεί τό είναι του. ‘Ο δούλος, πιστεύσατέ μοι το άδελφοί, ποτέ δέν στοχάζεται, ότι είναι όμοιος μέ τόν κύριόν του, άλλά είναι σχεδόν βέβαιος, ότι αύτός πρέπει νά είναι δούλος, καί έκείνος κύριος. Βαβαί! Πώς φλογίζεται όμως ή καρδία έκείνων, όπού γνωρίζουσι τήν έλευθερίαν, καί δέν τήν έχουσι. ‘Εκείνοι άληθώς τυραννούνται, καί έξακολούθως έκείνοι μόνον γνωρίζουσιν έντελώς τήν άνάγκην τοιούτου καλού. Είς αύτούς πρέπει νά έλπίζωσιν οί ύπόδουλοι λαοί, έπειδή αύτοί τρόπον τινά μετριάζουν τήν άσχημότητά των, ώς μερικά κτίρια μίαν καταδαφισμένην πόλιν στολίζουσι. Αύτοί λοιπόν, άς διδάξουσι τήν άλήθειαν, καί άς καταπείσωσι μίαν φοράν τούς άγαπητούς μου ‘Ελληνας νά γνωρίσωσιν, ότι μόνη ή δουλεία είναι πρόξενος τών όσων κακών αύτοί πάσχουσι, καί άς καταλάβουν πόσον τούς είναι άναγκαία ή έλευθερία, διά νά ζήσωσι όσον τό δυνατόν εύτυχείς, έπειδή χωρίς αύτήν δέν ήμπορούν νά έχουσι ούτε δικαιοσύνην, ούτε όμοιότητα, ούτε άγάπην, καί έν ένί λόγω ούδεμίαν άρετήν. Τούναντίον δέ, είς τήν έλευθέραν ζωήν ή άξιότης τιμάται, έκαστος συμπολίτης εύρίσκει τό καλόν του είς τό καλόν τών άλλων. ‘Εκεί, καθείς είναι μέρος τού όλου, έκεί ή άρετή δοξασμένη, έκεί ή άνδρεία γνωρισμένη, έκεί ή άγαθότης ένεργημένη, έκεί ή φιλία φυλαττομένη, έκεί ή τιμή άξιοτίμητος, ό κριτής άπροσωπόληπτος, ό κρινόμενος μόνος, νόμοι οί διαυθεντευταί, νόμοι οί δικασταί, ή άθωότης άπτόητος, ή τιμωρία δικαία, ή άντίμειψις κοινή, καί μύρια άλλα χρηστά κατορθώματα, όπού χάριν συντομίας δέν άναφέρω.

Καί ποίος δέν βλέπει πόσον είναι άναγκαία ή έλευθερία; ‘Ο ένάρετος θέλει γνωρίσει τήν άνάγκην καί θέλει προκρίνει τήν έλευθέραν ζωήν, όπού βλέπει νά είναι ή άρετή τιμημένη καί δοξασμένοι οί ένάρετοι. ‘Ο γενναίος τή ψυχή, καί αύτός δέν θέλει εύρει δισταγμόν, βλέποντας τούς έλευθέρους λαούς νά αίωνιάζωσι τά όνόματα τών γενναίων άνδρών, καί τών ήρώων. Ποίος, όποίασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δέν θέλει γνωρίσει τό μέγα όφελος τής έλευθέρας ζωής; Είς αύτήν ό πραγματευτής εύρίσκει άσφάλειαν είς τό έχειν του’ ό τεχνίτης έπαινον είς τά έργα του καί ποιήματά του’ ό ύπανδρευμένος βεβαιότητα είς τήν τιμήν του’ ό νέος εύρύχωρον όδόν είς τό νά διευθύνη τήν φυσικήν κλίσιν του, καί νά δείξη τήν άγχίνοιάν του’ ό στρατιώτης έχει άναμφίβολον τήν εύεργεσίαν είς τάς ήρωΐκάς πράξεις του’ ό πτωχός δέν φοβείται άτιμίαν, άλλ’ εύρίσκει συμπάθειαν καί βοήθειαν είς τάς δυστυχίας του, καί ούχί ύβρεις καί άνυποληψίαν’ τέλος πάντων, κάθε καλός άνθρωπος βλέπει φανερά τήν άνάγκην τής έλευθέρας ζωής, καί μόνον ό κακός θέλει προκρίνει τήν ύπόδουλον’ αύτό είναι φανερόν, άδελφοί μου, καί έσείς πολλά καλά πρέπει νά τό καταλάβητε.

‘Οντας φανερόν λοιπόν, ότι μόνον ή έλευθερία άποκαταστεί τούς άνθρώπους έναρέτους, καί έμφυτεύει είς τάς καρδίας όλων τών πολίτων τήν άμιλλαν πρός τό εύπράττειν, διά τούτο είς μόνον τάς έλευθέρας πολιτείας γεννώνται τά μεγάλα ύποκείμενα, καί ίδού τό πώς ή έλευθερία είναι πρόξενος τών μεγάλων κατορθωμάτων. Καί καθώς έν άνθος εύώδες, όταν γεννάται άνάμεσα είς τά δάση, όπου κανείς δέν τό βλέπει, ή καταβιβρώσκεται άπό τά θηρία, ή κατασήπεται άπό τόν καιρόν, τοιούτης λογής άκολουθεί καί είς τάς ύποδουλωμένας πόλεις, είς τάς όποίας, όταν εύρίσκεται κανένα άξιον ύποκείμενον, μήν έχοντας τόν τρόπον νά έμφανισθή, άποθνήσκει, χωρίς τινάς νά γνωρίση τήν άξιότητά του. Διά τούτο καί ή ίστορία παντελώς σχεδόν, ή πολλά σπανίως μάς άναμνήει ύποκείμενα άξια, ύπό τής δουλείας, τούναντίον δέ πλουσιοπαρόχως έξιστορεί μύρια όνόματα μεγάλων άνδρών έλευθέρων πολιτειών, ώσάν όπού μία έλευθέρα πολιτεία είναι πρός τά άξια ύποκείμενά της, ώς έν καλλιεργημένον περιβόλεον πρός τά άνθη του, τά όποία καί γνωρίζονται, καί χρησιμεύουσι, καί έπαινώνται ‘Αλλά, πόσας φοράς πρέπει νά έκφωνήσω, ότι ή έλευθερία είναι άναγκαιοτέρα καί άπό τήν ίδίαν ύπαρξιν είς τόν άνθρωπον! Αύτή γάρ άποκαταστεί γλυκείαν τήν ζωήν, αύτή γεννά διαυθεντευτάς τής πατρίδος, αύτή νομοδότας, αύτή έναρέτους, αύτή σοφούς, αύτή τεχνίτας, καί αύτή μόνον, τέλος πάντων, τιμά τήν άνθρωπότητα. Πόσοι, άραγε, άνδρες άξιοι γεννώνται είς τήν ‘Ελλάδα, άλλά καθώς γεννώνται, ούτως καί άποθνήσκουν, μήν έχοντες τά άναγκαία μέσα είς τό νά κατορθώσουν μεγάλα πράγματα. (1)

‘Ω ‘Ελληνες! οί έλεύθεροι λαοί τιμούσι τούς άξίους άνθρώπους, καί ζώντας καί μετά θάνατον, ζώντας μέν, μέ τό κοινόν σέβας, μέ τούς άληθείς έπαίνους, μέ γενναία βραβεία, μέ ένδόξους στεφάνους, όπού προσφέρουσιν είς αύτούς, θανόντας δέ, μέ τήν αίώνιον μνήμην.

1. Αν ένας νέος μεγάλου πνεύματος παρ. χάριν, γεννάται ύπό δουλείας υίός ένός χαλκέως, τί άλλο ήμπορεί νά γίνη, παρά ένας χαλκεύς; σΑν όμως ό αύτός υίός εύρίσκεται είς έλευθέραν πολιτείαν, τότε είς τά κοινά φροντιστήρια ήθελε φανή μεγαλείτερος άπό τό είναι του, καί έξακολούθως ήθελεν άποκατασταθή όσον ήμπορούσε άξιώτερος, καί ή πατρίς δέν ήθελε χάσει είς αύτόν ένα διαφθεντευτήν, καί αύτός ήθελεν άπεθάνει μεγάλος άνθρωπος.

Είς τούς ναούς, είς πυραμίδας, είς στύλους, εύρίσκεται έγκεχαραγμένον τό όνομά των, καί καθείς βλέπει πάντοτε τόν θανόντα ήρωα, ή ζωγραφισμένον, ή είς άγαλμα, καί βλέποντάς τον, εύκόλως παρακινείται είς τό νά δουλεύση πιστώς τήν πατρίδα του, καί μετά πάσης χαράς νά θυσιάση τήν ζωήν του διά τήν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρώντας τήν μορφήν τού
θανόντος ήρωος, λέγει είς τόν έαυτόν του: έ! άμποτες νά άποκατασταθώ καί έγώ άξιος τοιαύτης δόξης, καί νά άθανατίσω τό όνομά μου. ‘Αλλ’ είς τήν νομαρχίαν φθάνει μόνον ό πόθος πρός τό εύ πράττειν, καί μύρια είναι τά μέσα τής έπιδόσεως, καί άναμφίβολα. Πού νά εύρη τινάς τοιαύτην άμιλλαν ύπό δουλείας; Πώς νά άποκτήση δόξαν ό ένάρετος, έκεί όπού ή άρετή καταφρονείται καί άτιμάζεται; Πρός άπόδειξιν δέ τούτων καί πρός κατάπεισιν, παρακαλώ τούς άναγνώστας νά λάβωσιν μόνον είς τάς χείρας των τήν ίστορίαν τών προγόνων μας. Αύτή είναι ένας καθρέπτης άψευδής τών άνθρωπίνων πραγμάτων. Δι’ αύτής φωτίζεται ό άμαθής, καί ό στοχαστικός δι’ αύτής προβλέπει σχεδόν τά μέλλοντα, έπειδή οί άνθρωποι όταν εύρίσκωνται είς τάς ίδίας περιστάσεις, πάντοτε όλοι κάμνουσι τά ίδια πράγματα. Ας λάβη έπί χείρας λοιπόν ό δύσπιστος τόν άξιάγαστον Πλούταρχον, καί Ξενοφώντα τόν ήδύτατον, διά νά μάθη πόσα ό άνθρώπινος νούς ήμπορεί νά πράξη είς έλευθέραν πολιτείαν, καί νά ίδή έν ταύτώ, ότι όσα φαίνονται άδύνατα είς τούς δούλους, μόλις είναι δύσκολα είς τούς έλευθέρους καί μεγαλοψύχους άνδρας.

‘Η ίστορία, άδελφοί μου, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, είναι τό εύκολώτερον μέσον είς τό νά καταλάβητε πόσων μεγάλων κατορθωμάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία. Αύτή, τέλος πάντων, ή ίστορία είναι ό πλέον σοφός διδάσκαλος είς τούς άνθρώπους, όπού άγαπώσι νά μάθωσι τήν άλήθειαν, καί μάλιστα οί νύν ‘Ελληνες, όπού τοσαύτην έχουσι χρείαν. ‘Ανάμεσα είς πολλά άλλα άποτελέσματα τής έλευθερίας, όπού θέλουσι σάς προξενήσει θαυμασμόν, ώ άδελφοί μου, όταν άναγνώσετε τάς νίκας τών προγόνων μας, καί συγκρίνετε τήν ποσότητά των μέ τήν ποσότητα τών έχθρών των, βέβαια θέλετε μείνει έκθαμβοι, καί ίσως ίσως τινές θέλει άμφιβάλλουσι. ‘Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος τά όσα άλλα, όπού θέλει σάς φανούσι παράξενα, άγαπώ μόνον νά σάς είπώ τι προλαβόντως περί τού πολέμου, άγκαλά καί νά μήν είναι ό τόπος τοιαύτης όμιλίας είς τόν παρόντα λόγον, ούτε έγώ ίκανός όσον χρειάζεται είς τό νά τήν έκφράσω, μ’ όλον τούτο έλπίζω νά μή σάς δυσαρέση.

‘Ο πόλεμος ποτέ μέν είναι δίκαιος, ποτέ δέ άδικος, καί αύτό κρίνεται άπό τάς αίτίας, όπού τόν προξενούν. Είναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, όταν κινείται πρός διαυθέντευσιν τής ίδίας ζωής καί έλευθερίας, άδικος δέ, όταν ένας φθονερός καί άρπαξ, συναθροίζοντας μαζί του, ή διά χρημάτων, ή διά τινων άλλων ούτιδανών μέσων, τινάς κακοτρόπους καί κακοήθεις άνδρας, όρμεί έναντίον τών ίδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, άρπάζει, λεηλατεύει καί άσπλάγχνως καταφθείρει τό πάν, διά νά χορτάση τήν λύσσαν τής φιλαργυρίας του, ή τής κενοδοξίας του. Αν θελήσωμεν νά άνέβωμεν είς τήν παλαιότητα τών άπελθόντων αίώνων, καί νά έξετάσωμεν μέ άκρίβειαν τά συμβεβηκότα τών άνθρώπων, θέλομεν εύρει βέβαια τόν πόλεμον τόσον παλαιόν, όσον τήν αύτήν άνθρωπότητα, καί θέλομεν ίδεί, ότι διά πολλούς αίώνας έχρησίμευσεν διά νόμος, έπειδή ό καθείς έκδικείτο μόνος του, καί ούτως, άπό τόν πόλεμον άδικον, τού όρμήσαντος, έγεννήθη ό πόλεμος δίκαιος, τής διαυθεντεύσεως. Είναι όμως άναντίρρητον, ότι, ύποθέτοντας τρείς άνδρας τής αύτής δυνάμεως, καί είς τόν αύτόν τόπον, οί δύο έξ άνάγκης πρέπει νά νικήσουν τόν ένα. Αύτή ή άνάγκη λοιπόν έδίδαξε είς τούς όλιγοτέρους μυρίους τρόπους καί τέχνας πρός διαυθέντευσίν των έναντίον τών περισσοτέρων.

‘Αλλ’ έπειδή ή ζωή τών τεχνών, διά νά είπώ ούτως, είναι μεγάλη καταπολλά, διά τούτο καί ή νηπιότης αύτών είναι μακρά’ όθεν έχρειάσθησαν πολλοί αίώνες, έως τόν καιρόν τών Αίγυπτίων, Περσών, καί τέλος πάντων τών άξίων προγόνων μας ‘Ελλήνων, είς τόν όποίον ή τέχνη τής διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τόν φόβον είς τούς όλιγοτέρους, καί αύξάνουσα τάς δυσκολίας είς τούς περισσοτέρους, έσύστησεν, τρόπον τινά άφ’ έαυτού της, τήν θαυμασίαν έπιστήμην ή τέχνην τής τακτικής. Διά μέσον δέ τών κανόνων αύτής καί ένασχολήσεως μερικών άξιολόγων ύποκειμένων άπεκατεστάθη τόσον έντελής είς τούς ‘Ελληνας, όπού διά πολλούς αίώνας ένίκησαν έχθρούς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος κατά τόν άριθμόν, καί έξακολούθως έτρόμασαν σχεδόν όλην τήν οίκουμένην. Αί νίκαι τών όλιγοτέρων έναντίον τών περισσοτέρων, ήμπορούν νά παρομοιασθώσι είς τά πειράματα τής μηχανικής, είς τά όποία έκείνος ό θεατής, όπού άγνοεί τάς αίτίας, μένει έκθαμβος. Ποίος άπό αύτούς θέλει πιστεύσει τόν μηχανικόν, όπού λέγει ότι μέ έν βάρος έως δέκα, σηκώνει έν άλλο άς δέκα χιλιάδες;

(1) ‘Αναγκαίον, λοιπόν, είναι νά τούς καταπείση μέ παραδείγματα καί άποδείξεις’ ούτως καί είς τήν τακτικήν, λέγοντας ένας άρχιστράτηγος, ότι οί δέκα πολλάκις νικούσι τούς έκατόν, δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οί άγνοούντες τήν αύτήν τέχνην’ πλήν φέροντας αύτών χίλια παραδείγματα τόσον τών παλαιών, καθώς καί τών νέων, άναμφιβόλως πρέπει νά καταπεισθώσι.

(2) ‘Εγώ όμως παραιτώ τά περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα όπού παρεμπρός θέλει παρησιασθώσι διάφοροι αίτίαι είς τό νά άποδείξω τήν διαφοράν τών έλευθέρων στρατευμάτων άπό τών ύποδουλωμένων, καί μόνον τό παράδειγμα τού Λεωνίδα θέλω άναφέρει, τό όποίον άρκετώς άποδεικνύει τήν γενναιότητα καί μεγάλοψυχίαν, όπού ή έλευθέρα ζωή έμφυτεύει είς τάς καρδίας τών άνθρώπων, ούσαι αύταί αί δύο άρεταί ή πρώτη καί άναγκαιοτέρα βάσις τής πολεμικής έπιστήμης. Αύτός, λοιπόν, ό μέγας Λεωνίδας, εύρισκόμενος μέ δύο χιλιάδας είς τό στενόν τών Θερμοπύλων, καί βλέποντας τό πλήθος τών έχθρών του Περσών νά πλησιάση, εύθύς άπεφάσισε νά θυσιασθή ύπέρ τής σωτηρίας τής ‘Ελλάδος πατρίδος του, καί ούτως έκλέξας μόνον τριακοσίους Σπαρτιάτας, άνέπεμψεν τούς λοιπούς είς τά όπίσω, έπειτα έστρεψεν πρός τούς τριακοσίους καί τούς είπεν: «Δεύτε, άδελφοί μου! ή έλευθερία τής πατρίδος μας κρέμαται σήμερον άπό τήν άνδρείαν μας. Ας μήν δει

1. Τό παράδειγμα τού ζυγίου είναι άρκετόν νά καταπείση καθένα.
2. ‘Ο πόλεμος τής Σαλαμίνης, τού Μαραθώνος καί τής Πλατείας είναι άρκεταί άποδείξεις, διά νά καταπείσουν κάθε νούν έχοντα άνθρωπον.

δειλιάση τινάς έμπροσθεν τόσων έχθρών’ αύτοί, άν είναι πολλοί, είναι όμως άνανδροι καί θηλυμανείς. Οί βάρβαροι θέλουν τρομάξει, άφού ίδούν τούς ‘Ελληνας νά όρμήσουν έναντίον των. σΑς ύπάγωμεν λοιπόν. ‘Η δόξα τοιαύτης έπιχειρήσεως δέν είναι καθημερινή, άλλά σπανίως συμβαίνει’ άς μήν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, άς αίωνιάσωμεν τά όνόματά μας, καί άς εύφημίσωμεν τήν πατρίδα μας. ‘Εγώ έχω χρέος νά θυσιασθώ δι’ αύτήν, καί έσείς είσθε συμπατριώται μου, ούτε άλλέως ήμπορείτε νά στοχασθήτε, ούτε διαφορετικώς άπό έμένα.
‘Η ζωή τού άληθούς πολίτου πρέπει νά τελειώνη ή διά τήν έλευθερίαν του, ή μέ τήν έλευθερίαν του». ‘Αλλά πώς νά έκφράσω τόν ένθουσιασμόν έκείνου τού ήρωος, καί τόν ένθερμον ζήλον τών έπακολούθων αύτού; Τά τοιαύτα, ώ ‘Ελληνες, δέν γράφονται, ούτε διηγούνται, άλλά μόνον αίσθάνονται. ‘Οθεν, μόλις οί λοιποί τόν άφησαν νά τελειώση τόν λόγον του, καί λαμβάνοντας καθείς τά ίδια άρματα, όμοθυμαδόν καί μέ άνήκουστον άνδρείαν, ώρμησαν κατά τών έχθρών των. Ούτε άλλο έβλεπον παρά τήν δόξαν τής νίκης, τήν χαράν τών συμπατριώτων των, τήν άνανδρίαν τών έχθρών των, καί τήν άθανασίαν τού όνόματός των. Καί έν ροπή όφθαλμού άπέκτεινον πλήθος βαρβάρων, καί φονευθέντες μέ τά άρματα είς τάς χείρας έως είς τόν ύστερον, ήτοίμασαν είς τούς συμπατριώτας των τήν έντελή νίκην κατά τών έχθρών των, οίτινες
φοβηθέντες άπό τά άποτελέσματα τόσων όλίγων ‘Ελλήνων, μόλις έτόλμησαν νά δοκιμάσουν τήν άνδρείαν τών λοιπών. Ούτως δέ ή γενναία άπόφασις τού άειμνήτου Λεωνίδα έγινεν πρόξενος τής καθολικής έλευθερίας τής ‘Ελλάδος καί άνυποφόρου έντροπής τών βαρβάρων.

‘Ω τής μεγαλοψυχίας σου, θαυμάσιε Λεωνίδα, ώ τής λαμπράς σου τύχης, πανολβία ‘Ελλάς! Ιδού ό καρπός τών καθημερινών άγώνων τών τέκνων σου. ‘Ιδού τά θαυμαστά άποτελέσματα τών φοβερών νόμων τού μεγάλου Λυκούργου. ‘Ιδού, τέλος πάντων, ό σκοπός τών γυμνάσεων, διά μέσου τών όποίων οί πολίται διά παντός εύρίσκοντο είς ένα πόλεμον, ό όποίος, άγκαλά καί πλαστός, έδίδασκε όμως μέ μεγάλην εύκολίαν τά άναγκαιότερα μαθήματα τής στρατιωτικής τέχνης, ή όποία ένωμένη μέ τήν μεγαλοψυχίαν έφερεν είς τέλος καί έπίτευξιν τά πλέον δύσκολα έπιχειρήματα. ‘Η τακτική είς τό στράτευμα, ώ άδελφοί μου, είναι ώς ή ψυχή είς τό σώμα, καί είναι βεβαιωμένον άπ’ όλους τούς μεγάλους πολεμάρχους, ότι δέκα χιλιάδες στρατιώται καλώς γυμνασμένοι καί όδηγούμενοι άπό άρχιστράτηγον άξιον, ήμπορούν νά νικήσουν είκοσι χιλιάδας έχθρούς, καί περισσοτέρους τής ίδίας άνδρείας, πλήν άμοίρους τής τακτικής.

‘Η έπιστήμη τών άρμάτων δέν είναι, βέβαια, τόσον εύκολος, όσον τινές ίσως νομίζουσι, άλλά μάλιστα μία άπό τάς πλέον δυσκολωτέρας. ‘Ω, πόσον οί προπάτορές μας ήγωνίζοντο, έκ νεαράς των ήλικίας, διά νά μάθωσιν τήν πολεμικήν τέχνην! Διά μέσου λοιπόν αύτής οί όλιγότεροι νικώσι τούς περισσοτέρους, ή σπανιότης όμως τών μεγάλων άρχιστρατήγων άρκετώς άποδεικνύει τήν δυσκολίαν είς τό νά άποκτήση τινάς άξίως τοιούτον όνομα, καί άκούσατε τήν αίτίαν. ‘Ο άληθής άρχιστράτηγος πρέπει νά ένώση είς πολλά φυσικά χαρίσματα πολλάς άρετάς καί μαθήσεις. Πρέπει, λέγω, έν πρώτοις νά έχη τήν καρδίαν σταθεράν καί άφοβον, διά νά μή δειλιάση είς όποιονδήποτε κίνδυνον ήθελεν εύρεθή, καί νά μήν άφήση είς τήν τύχην, όσα ήμπορεί νά έκτελέση ό ίδιος’ νά είναι άγχίνους, διά νά προβλέπη έν καιρώ τώ δέοντι τά έπιτηδεύματα καί βουλάς τού έχθρού’ νά είναι άοκνος, διά νά προλαμβάνη κάθε εύκαιρίαν, καί έως τήν παραμικράν, αί όποίαι είς τόν πόλεμον συχνάκις συμβαίνουν, καί αί παραμικραί άμέλειαι, πολλάκις, προξενούν μεγάλας καταστροφάς. Νά είναι δίκαιος καί φιλαλήθης, διά νά άπολαύση τό θάρρος καί άγάπην τών στρατιώτων του. Πρέπει νά τιμά καί νά βραβεύη τήν άξιότητα, είς όποιον ύποκείμενον ήθελεν τήν έπιτύχει, διά νά παρακινήση τοιουτοτρόπως είς τήν όδόν τής δόξης καί τούς παραμικροτέρους. Νά παιδεύη κατά τούς νόμους, καί άνευ προσωποληψίας τινός τόν πταίστην, όποιος καί άν είναι, διά νά άποδιώξη τόν πρός τό κακόν στοχασμόν άπό αύτούς. Νά άκροάζεται τάς γνώμας όλων, καί νά διορθώνη τά ίδια σφάλματα, διά νά λατρεύεται, νά είπώ ούτως, άπό τούς πιστούς του στρατιώτας

(1), καί τέλος πάντων νά γνωρίζη τόν τόπον τού πολεμικού θεάτρου, ώς τό ίδιόν του όσπίτιον, διά νά άποφεύγη κάθε ένεδραν τού έχθρού, καί νά άπατά τούς στοχασμούς του. ‘Ο έντελής άρχιστράτηγος πρέπει άκόμη νά γνωρίζη τήν γλώσσαν τών έχθρών του, καί τάς φυσικάς
κλίσεις των, νά γνωρίζη κατά μέρος τόν άρχιστράτηγον αύτών, καί τήν άξιότητά του, έν ένί λόγω όλας τάς στρατιωτικάς γυμνάσεις, τής τε ίππικής καί τού

1. ‘Αναγκαίον είναι πρός τούτοις, νά είναι γεωμέτρης καί γεωγράφος, νά γνωρίζη τήν μηχανικήν, τήν φυσικήν καί τήν ρητορικήν, διά τής όποίας πολλάκις άρπάζει τινάς τήν νίκην σχεδόν άπό τάς χείρας τού έχθρού.

πεζού στρατεύματος, καί τούτο διά νά προστάζη όρθώς, καί νά ύπακούεται εύθύς. ‘Ωσάν όπού όποιος άρχιστράτηγος ή όποιουδήποτε άλλου μεγάλου έπαγγέλματος άνθρωπος, δέν ύπακούεται, τάς περισσοτέρας φοράς τό σφάλμα είναι έδικόν του, έπειδή όποιος ήξεύρει νά προστάζη, άναμφιβόλως καί ύπακούεται

(1). Τοιαύται γυμνάσεις καί μαθήσεις, μέ πολλάς άλλας, όπού χάριν συντομίας δέν άναφέρω, ένεργούντο μέ πάσαν προσοχήν καί τελειότητα παρά τών προγόνων μας, καί αύταί έσύνθετον τήν τέχνην τού πολέμου, ήτοι τήν τακτικήν. Περί δέ τών στρατιωτών είναι άναγκαίον νά γνωρίζουν, διά τής πράξεως, έντελώς, τήν γύμνασιν τών άρμάτων, καί νά βαδίζουν τακτικώς, νά ύπακούουν εύθύς είς τάς προσταγάς τών άρχηγών, αί όποίαι πρέπει νά είναι όσον τό δυνατόν βραχύλογοι. Τέλος πάντων, πρέπει νά είναι συνηθισμένοι είς τό νά ύποφέρουν κάθε κόπον, άλλά τά τοιαύτα διά μέσον τής καλής διοικήσεως μόνον άποκτώνται, καί μόνη ή έλευθερία είναι πρόξενος καί πρώτη αίτία τών μεγάλων κατορθωμάτων.

1. Οί προπάτορές μας άνάμεσα είς τά τόσα άλλα μαθήματα, όπού ήναγκάζοντο νά άποκτήσωσι, ή μουσική, καί ό χορός, συναριθμούντο έκ τών άναγκαιοτέρων’ ώσάν όπου ό άρχιστράτηγος διά μέν τής μουσικής, ή όποία έχει τοιαύτην συνέχειαν μέ τά ψυχικά πάθη, όπού ποτέ μέν συγχύζει, ποτέ δέ καταπραύνει, θέλει έρεθίζει κατά τήν χρείαν καί έξυπνά τό θάρρος καί ένθουσιασμόν τών στρατιώτων, διά δέ τού χορού, διά τού όποίου μανθάνει ό άνθρωπος νά προσαρμόζη τά βήματα, έν καιρώ, μέ τό μουσικόν λάλημα, ή διά νά είπώ καλλίτερα, νά μετρά μέ τούς πόδας τόν καιρόν τού λαλήματος, είς τρόπον όπού τόσον δέκα, όσον καί χίλιοι, κινούνται καί περιπατούσιν όλοι μαζί, καί είς τόν αύτόν καιρόν ό πρώτος καθώς καί ό ύστερος, διά μέσον του, λέγω, θέλει βιάζει ή βραδύνει τό περιπάτημα τών στρατιώτων του.

‘Η τακτική όμως δέν συνίσταται μόνον είς τό νά ήξεύρη τινάς πώς νά πολεμήση είς άνοικτήν πεδιάδα, έπειδή ήθελεν άποκατασταθή καθ’ όλου άνωφελής, όταν ό έχθρός ήθελεν εύρεθή περισφαλισμένος είς ένα κάστρον, ή περιφυλαγμένος μέσα είς δύσβατα όρη καί δάση. ‘Οθεν, ή τακτική περιέχει τά τού πολέμου άπαντα, καί μάλλον τά περί τής διαυθεντεύσεως, είς τήν όποίαν χρεία είναι ή τέχνη μόνη νά άναπληρώση τήν έλλειψιν τής δυνάμεως, ή καί νά τήν ύπερέβη.

‘Η διαυθέντευσις είναι, λοιπόν, τό δυσκολώτερον μάθημα τής τακτικής, καί διά μέσου τής καλής διαυθεντεύσεως, συχνάκις οί έκατόν δέν νικώνται άπό τούς χιλίους. ‘Η νίκη στέκεται, ώς καθείς τό έννοεί, είς τό νά θέση τινάς άπέναντι τού δυνατού τό δυνατότερον, άλλ’ ή τέχνη μόνη διδάσκει τόν άρχιστράτηγον νά τά γνωρίση. Δι’ ό τών άρμάτων ή έπιστήμη είναι διεξοδικωτάτη, καί χρειάζεται έν πόνημα όχι μικρόν περί αύτής, διά τό όποίον οί νύν ‘Ελληνες μεγάλην χρείαν έχουσι καί άμποτες κανένας φιλογενής νά τό κατορθώση, διά νά μάθωσιν όλοι, πόσον ή τέχνη τού πολέμου είναι μεγάλη, καί νά κλαύσουν πικρώς, βλέποντες τούς έτεροφύλους, οίτινες έδανείσθησαν τάς τέχνας καί έπιστήμας άπό τούς προγόνους μας, νά μάς καταφρονώσι τόσον καί άψηφίζωσι. ‘Αλλά δι’ όλίγον θέλουσι χαρή είς τήν άγνωμοσύνην των, έλπίζω.

‘Η διαυθέντευσις τών Σουλιώτων κατά τού τής ‘Ηπείρου τυράννου, άρκετώς θέλει τούς άποδείξει, ότι ή ‘Ελλάς γεννά άκόμη Λεωνίδας καί Θεμιστοκλείς. ‘Ω, πόσον θέλουν μείνει έκθαμβοι, όταν άναγνώσουν τά θαυμαστά κατορθώματα τού μεγάλου Φώτου, έκείνου, λέγω, τού ήρωος τού Σούλιου καί όλων τών Σουλιώτων, τών όποίων ή άνδρεία, ή μεγαλοψυχία, καί ό ζήλος περί τής έλευθερίας τής πατρίδος των, άθανάτισαν τό όνομά των, καί έφερον είς άπελπισμόν χίλιας φοράς τόν έχθρόν τους τύραννον, τόν άχρειέστατον λέγω ‘Αλή!

‘Η ‘Ελλάς, ούχί! ούχί! δέν είναι πάντως ύστερημένη άπό μεγάλους άνθρώπους’ ή διαυθέντευσίς των διά δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καί τοιαύτας ήρωΐκάς πράξεις, ώστε παράδοξον ήθελε φανή καί είς ήμάς τούς ίδίους, άν δέν είμεθα μάρτυρες αύτόπται τών κατορθωμάτων των. Αύτοί ήτον μόνον χίλιοι καί διά τόσους χρόνους καθημερινώς σχεδόν συνεκρότουν πολέμους μετά τού τυράννου έχθρού των, ό όποίος, διά πολλάς φοράς, έκινήθη έναντίον των μέ έως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καί πάντοτε ένικήθη. ‘Επρεπε, βέβαια, νά έζη ό Θουκυδίδης ή ό Ξενοφών, διά νά γράψη τήν ίστορίαν αύτών τών πολέμων καί τάς κακίας αύτού τού αίμοβόρου τέρατος, όπού, έως άπό τούς 1787 μέχρι τής σήμερον, δέν έπαυσεν άπό τού νά τυραννή τούς ταλαιπώρους ‘Ηπειρώτας καί Θετταλούς, σκληρώς καί άσπλάνχνως. Αύτός, άφού ήρπασε μέ διάφορα πονηρά μέσα τό άνεξάρτητον κράτος τής ‘Ηπείρου καί Θετταλίας, καί γνωρίζοντας κατά πράξιν τά πρός τήν τυραννίαν δέοντα, έσκεπάσθη κατ’ άρχάς μέ τό ένδυμα τής ύποκρίσεως, καί ούτως, πλανώντας μέ ψευδείς έπαίνους καί πλουσιοπάροχα ταξίματα τούς άρχοντας καί προεστούς, ήπάτησεν σχεδόν όλους, καί καθείς ένόμισε διά όλίγον καιρόν, νά εύρήκεν είς αύτόν ή εύκαρπος γή τής ‘Ηπείρου καί Θετταλίας καί οί κάτοικοι αύτών ένα διαυθεντευτήν καί ένα πατέρα. ‘Αλλ’ άφού ό άσπλαγχνος καί σκληρός τύραννος έστερέωσε τήν δυναστείαν του, έρριψεν εύθύς τήν σκέπην
τής προσποιήσεως, καί παραχρήμα έξατμήθη όλη ή δυσωδία τής τυραννίας του. Τότε οί ‘Ηπειρώται άνοιξαν τούς όφθαλμούς των, άλλά, φεύ! δέν είδον άλλο, είμή τόν φοβερόν θρόνον τού τυράννου έπάνω είς τάς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι ούν άπό τήν τυραννικήν μέθην, δέν άπεφάσισαν έν καιρώ νά συντρίψουν τοσούτον ζυγόν’ όθεν καί ηύξησεν βαθμηδόν καί έστερεώθη τόσον, ώστε όπού ό ίδιος τύραννος θαυμάζει διά τή άναισθησίαν τών δούλων του

(1). Ούτε είς τήν γενικήν ίστορίαν εύρίσκεται παρόμοιός του. ‘Ω, τής ταλαιπωρίας σου άνθρωπότης! Ω, άνυπόφορος έντροπή! Ω, θέαμα έλεεινόν. ‘Ανάμεσα όμως είς τάς τυραννικάς του ψευδείς δόξας ίσως ένόμιζεν ό ώμότατος τύραννος νά είναι άνίκητος, ούτε νά έσώζετο πλέον είς τήν γήν τής δυναστείας του τινάς, όπού νά ήθελεν τού έναντιωθή. ‘Αλλ’ ίδού, τής έλευθερίας τό ξίφος, είς τήν ίδίαν αύτήν γήν, τού άποδεικνύει τήν φυσικήν μικρότητα τής τυραννίας, καί τόν άποκαταστεί ποταπότερον τού ίδίου του τυραννικού όνόματος. Δέν τού χρησιμεύουν πλέον, αί συνηθισμέναι του άπάται, ούτε χρήματα, ούτε δόλοι, διά μέσου τών όποίων διά παντός ένίκησεν καί κατέφθειρε τούς άνάνδρους καί άνοήτους έχθρούς του. Εν μικρόν χωρίον, τό προειρημένον λέγω θαυμαστόν Σούλι, έφερεν είς φώς τήν άλήθειαν, όπού οί ύπό τής δουλείας άγνοούσι, ήτοι τήν μεγαλειότητα τών κατορθωμάτων τής έλευθερίας. Οί Σουλιώτες, άνδρες.

1. Αύτός έχει όλα τά έλαττώματα όλων τών τυράννων: χωρίς θρησκείαν, χωρίς συνείδησιν, άρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, άρσενοκοίτης, άσπλαγχνος, σκληρός τή καρδία, κλέπτης φοβερός, αίμοβόρος, άδικος τέλος πάντων, καί άναιδέστατος ώς ούδείς άλλος. ‘Η πονηρία του δέ καί άδιαντροπία του παρακινούσι τούς άπανθρωποτάτους κόλακάς του, νά τόν νομίζωσι πνευματώδη καί άξιον. συνηθισμένοι είς τόν θεληματικόν κόπον μιάς ήσύχου ζωής, άνυπόδουλοι, έξ άρχής τής κατοικήσεώς των είς έκείνα τά ύψηλά βουνά, έζουν εύτυχείς μακρά άπό τήν πολυτέλειαν καί κακοήθειαν τών διεφθαρμένων πολιτειών, άνδρείοι ώς έλεύθεροι, φιλόξενοι ώς ‘Ελληνες, καί στρατιώται ώς διαυθεντευταί τής πατρίδος των. Αύτοί, λέγω, οί ήρωες, ή τιμή τής ύποδουλωμένης ‘Ελλάδος, καί βεβαία άρχή τε καί πρόξενος τής πλησίον έλευθερώσεώς της, παρακινούμενοι άπό τόν θείον έρωτα τής έλευθερίας καί πατρίδος των, έταπείνωσαν τήν αύθάδειαν τού τυράννου, πολεμούντες τον άδιακόπως καί νικούντες τον, καί ούτως έδιαυθέντευσαν διά δεκαπέντε χρόνους τήν πατρίδα των, μέ άνήκουστον θάρρος καί μεγαλοψυχίαν.

Τίς άλλη, παρακαλώ, ήμπορούσε νά ήτον ή αίτία, είμή ό έρως τής έλευθέρας ζωής; Μήπως δέν ήτον καί άλλα χωρία είς τήν ‘Ηπειρον, άξια νά έναντιωθώσι τού τυράννου; Διατί τάχατες όλα κλίνουν τόν αύχένα; Δέν ήτον, ίσως καί μεγαλείτερα, καί είς ίδίαν καλήν τοποθεσίαν, καθώς τό Σούλι; ‘Ε! φανερά είναι, άδελφοί μου, ή αίτία: όσα ύποδουλώθησαν παρ’ αύτού, ήτον καί πρότερον ύποδουλωμένα, καί μόνον άλλαξαν τύραννον. Τό Σούλι όμως, μόνον τό Σούλι, δέν ύποτάσσεται, άλλ’ άψηφεί τόν τύραννον’ όσον άγαπά τήν έλευθερίαν του, τόν πολεμεί, τόν νικά, καί τόν καταπατεί μέ τούς πόδας του. Είς αύτό λοιπόν, άς στρέψουν τούς όφθαλμούς των
οί δούλοι, διά νά καταπεισθούν είς τά τερατουργήματα τής έλευθερίας. Είς αύτό θέλουν ίδεί ένθουσιασμένους άπό τόν θείον έρωτα τής πατρίδος, ού μόνον τούς άνδρας καί νέους, άλλά καί τούς γέροντας, καί τά παιδία καί αύτάς τάς ίδίας γυναίκας. Θέλουν άκούσει τήν φοβεράν φωνήν τής θαυμαστής Μόσχως, ή όποία, άνάμεσα είς τόν πολεμικόν θόρυβον, πολεμούσα καί τρέχουσα, βλέπει έμπροσθέν της φονευμένον τόν υίόν της, καί έγκαλιάζουσα μέ ένθερμον άγάπην τό νεκρόν σώμα του: «καλότυχε, λέγει, σύ, ώ υίέ μου, όπού τόσον τιμίως άπέθανες. Τό όνομά σου έγράφη είς τόν κατάλογον τής άθανασίας». ‘Ασπάζουσα δέ τό αίματωμένον ήρωΐκόν του πρόσωπον, χαίρεται διά τοιούτον διαυθεντευτήν τής πατρίδος, όπού έγέννησε, καί λαβούσα τό ίδιόν του σπαθί, όρμεί κατά τών δειλών καί μισθωτών δούλων τού τυράννου, καί έκδικεί τόν θάνατόν του μόνη της.

Ας ίδούν τόν άλλον ήρωα, όπού διά τήν σωτηρίαν τής πατρίδος του παραδίδεται έκουσίως είς τόν τύραννον διά ένέχυρον τών συνθήκων των μετ’ αύτού, καί ύστερον άπ’ όλίγον καιρόν, θέλοντας ό άπιστος τύραννος νά τόν ξαρματώση, αύτός φονεύεται μόνος του. Καί, τέλος πάντων, βλέποντες έν τόσον μικρόν χωρίον, άπό μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, ούτε προητοιμασίαν, νά φυλάττεται σώον διά τόσους χρόνους, έναντίον ένός τυράννου τόσον μεγάλου, άς συλλογισθούν προσεκτικώς, όποίων μεγάλων κατορθωμάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία, καί άς βεβαιωθώσι πλέον, ότι μόνον τό όνομα τής έλευθερίας φθάνει, διά νά δειλιάση τάς άνάνδρους καρδίας όλων τών μιαρών τυράννων τής γής.

‘Ε! πόσον ήθελε τό άποδείξει έμπράκτως, ό άείμνητος ‘Ελλην, ό ‘Ηρως, ό μέγας, λέγω, καί θαυμαστός Ρήγας, άν μία άνέλπιστος προδοσία δέν ήθελε τόν θανατώσει! Αύτός ό άξιάγαστος άνήρ ήτον έστολισμένος άπό τήν φύσιν μέ όλας τάς χάριτας τών μεγάλων ύποκειμένων, εύφυής, άγχίνους, καί άοκνος, ώραίος τώ σώματι, καί ώραιότερος τώ πνεύματι, δίκαιος, καί έξακολούθως, άληθής φιλέλλην καί φιλόπατρις. ‘Εξ άρχής ούν έπιχειρίσθη τό έμπορικόν έπάγγελμα είς άλλοτρίαν γήν, άλλ’ ό θείος έρως τής πατρίδος του ‘Ελλάδος, τήν όποίαν έβλεπεν ύπό δουλείας, τοσούτον άδίκως βασανιζομένην, μήν συγχωρώντας, είς τοιούτον άνδρα τοιαύτας μικράς άσχολίας, άνεβίβαζε τάς έλπίδας του είς άκρον, καί έως άπό τήν νεαράν ήλικίαν του προεμελέτει κατορθώματα ήρωΐκά, καί μόνον άνέμενε τήν ποθουμένην εύκαιρίαν, διά νά τά βάλη είς έργον. ‘Οθεν, γνωρίζοντας τήν χρείαν τής μαθήσεως, δέν έπαυσεν άπό τό νά άγωνισθή, ώς ούδείς άλλος, είς τάς έπιστήμας, καί είς όλίγον καιρόν έμαθεν έντελώς τάς χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε νά βάλλη θεμέλιον είς τό μεγάλον κτίριον, όπού ήτοίμαζε.

Καί κατ’ άρχάς έσύνθεσε είς τήν ήμετέραν διάλεκτον, μέ άκροτάτην σαφήνειαν, τούς δώδεκα Γεωγραφικούς Πίνακας τής ‘Ελλάδος, καί διάφορα άλλα έπωφελή πονήματα έδωσεν είς φώς, ίδίοις άναλώμασι, πρός φωτισμόν τών συναδελφών του ‘Ελλήνων. ‘Επειτα δέ, συλλέγοντας τό έχειν του όλον, καί συνδρομητάς έπιτυχών καί συνεργούς, ήτοίμασε, κηδεμόνως καί μετά πάσης τής καλής τάξεως, όλα τά άναγκαία, καί είς άκμήν έφερεν βεβαίας έπιδόσεως.

‘Αλλά, φεύ, τής βασκάνου καί φθονεράς τύχης τών ‘Ελλήνων! ‘Οτε ό τής ‘Ελλάδος έλευθερωτής ήτον έτοιμος διά νά μισεύση πρός κατατρόπωσιν τών τυράννων αύτής, καί νά συνθλάση τάς άλύσους, όπού τήν φυλάττουσιν ύπό τής δουλείας, μέ μίαν γενικήν έπανάστασιν καί έπανόρθωσιν τών ταλαιπώρων συμπατριώτων του, όταν λέγω ό άξιος Ρήγας βλέποντας τά
πάντα έτοιμα, ώς έβούλετο, έκαλοτύχιζε τόν έαυτόν του, διά μίαν τόσον τιμίαν καί μεγάλη έπιχείρησιν, καί έπρόσμενε νά ίδή όγλήγορα έλευθέραν τήν ‘Ελλάδα άπασαν, έξαλειμμένον δέ τό όθωμανικόν κράτος’ όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος διά τό καλόν τέλος τού έργου του, έστοχάζετο είς τήν μέλλουσαν εύτυχίαν τής πατρίδος του, καί εύφραίνετο, τότε ένας προδότης, ό ούτιδανώτερος τών άνθρώπων, ό πλέον μιαρός σκλάβος τής γής, άναιτίως καί παραλόγως, τόν παραδίδει είς χείρας τών τυράννων, καί ή ‘Ελλάς χάνει είς αύτόν ένα άντιλήπτορα καί σωτήρα της. ‘Αλλ’ άν ή φθονερά τύχη έκλεψεν τήν έλευθερίαν τής ‘Ελλάδος μέ τήν ζωήν τοιούτου ‘Ηρωος, δέν ήμπόρεσεν όμως νά έμποδίση τόν άναγκαίον καί φοβερόν κρότον, όπού ή φήμη τοιαύτης έπιχειρήσεως άνέπεμψεν είς τάς άκοάς τών ‘Ελλήνων, ούτε ήμπόρεσε, λέγω, νά έκλείψη είς τήν όρασίν των τήν λαμπρότητα τοιούτου έργου. Τό άθώον αίμα τού Ρήγα προετοίμασε τήν ταχείαν έξάλειψιν τών βαρβάρων τυράννων, καί όγλήγορα θέλουσιν έμφανισθή, βέβαια, οί όπαδοί του. Τότε δέ θέλομεν άποδείξει έμπράκτως τήν πρός αύτόν εύγνωμοσύνην μας, ύψώνοντες είς τό κέντρον τής έλευθέρας ‘Ελλάδος στεφάνους δόξης καί θριάμβους είς μνημόσυνον αύτού τού μεγάλου άνδρός, ώς άρχηγού καί πρώτου συνεργού είς τήν τής ‘Ελλάδος έλευθέρωσιν.

‘Ισως, τινές τών ‘Ελλήνων, μήν στοχαζόμενοι είς βάθος τά άνθρώπινα πράγματα, νομίζουσιν, είς τόν έαυτόν των, ώς μάταιον τόν σκοπόν αύτού τού μεγάλου άνδρός. ‘Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος όλους έκείνους τούς δισχυρογνώμονας, οίτινες δέν καταπείθονται, είμή είς τούς ίδίους των στοχασμούς, καί, έξακολούθως, μήν έξετάζοντας τάς έτέρων γνώμας, μένουν πάντοτε σταθεροί είς τήν άμάθειάν των, παρακαλώ, όσους τήν άλήθειαν άγαπώσι νά μάθωσι, καί νά κρίνωσι δικαίως, νά συλλογισθούν ότι ή τύχη είς τοιαύτας έπιχειρήσεις έχει άκραν δύναμιν, ώσάν όπού τό παραμικρόν συμβάν είς τάς μεγάλας ύποθέσεις δύναται πολλάκις νά άνατρέψη τό πάν, καί κανένα άλλο παράδειγμα δέν μάς τό βεβαιοί περισσότερον, όσον τό θλι-
βερόν συμβεβηκός τού Ρήγα. Αύτός ό άξιάγαστος άνήρ, γνωρίζοντας άρκετώς τήν ποταπότητα καί δειλίαν τού μιαρού συντρόφου του, τού άχρειεστάτου, λέγω, προδότου Οίκονόμου, μέ τοσαύτην έπιμέλειαν έκρυψεν είς αύτόν τά προμελετήματά του, όπού καθόλου ό χυδαιότατος δέν ύπωψίαζεν.

‘Αλλά, φεύ, τής άτυχίας! ‘Ολίγας ήμέρας ύστερον άπό τόν μισευμόν τού Ρήγα, έφθασεν μία γραφή του, καί έπεσεν είς χείρας αύτού τού προδότου του, ό όποίος, άνοίγοντάς την, άνέγνωσεν είς αύτήν σχεδόν τά πάντα, καί παραχρήμα τρέχει καί τόν προδίδει. ‘Ιδού λοιπόν, όπού ή τύχη, ήγουν μερικά άναγκαία συμβεβηκότα, όπού ό άνθρώπινος νούς δέν δύναται νά
προΐδή, άνέτρεψε καί ήφάνισε όλα τά προμελετήματα καί κατορθώματα τού μεγάλου Ρήγα, καί έξακολούθως είναι βέβαιον, ότι όσον άξιος καί άν είναι ό άνθρωπος, δέν ήμπορεί ποτέ νά προΐδή τά πάντα, μάλιστα δέ είς τοιαύτας έπιχειρήσεις ή τύχη έχει μεγάλον μέρος, ώς προείπον, καθώς ό έσφαγιασμός τού μεγάλου Ρήγα μάς τό βεβαιοί.

‘Επειδή, άγκαλά καί ή φρόνησίς του νά έστάθη μεγάλη, ή καταδρομή τής τύχης μόνον έφθασε, νά άφανίση τόν σκοπόν του, καί νά άφήση τήν ‘Ελλάδα μέχρι τής σήμερον ύπό τής δουλείας. Ταχέως όμως, ή σάλπιγξ τής έλευθερίας θέλει άντιβοήσει είς τήν έλληνικήν γήν, καί άφεύκτως, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται. ‘Ιδού λοιπόν όπού άπεδείχθη, άγκαλά καί συντόμως, πλήν μέ σαφήνειαν καί άλήθειαν, τί έστί έλευθερία, όπόσον είναι άναγκαία είς τήν άνθρώπινον εύδαιμονίαν, καί όπόσων μεγάλων κατορθωμάτων πρόξενος. Τώρα δέ φανερόν άποκαθίσταται τό άμέτρητον χρέος, όπού έχουσιν οί έλεύθεροι λαοί, είς τό νά τήν διαυθεντεύωσι μέ τό ίδιον αίμα των, καί τοιούτον χρέος, ώς προερχόμενον άπό εύγνωμοσύνην, διά τούτο καί τό έκπληρούσι παντοτινά καί μέ άκραν εύχαρίστησιν. ‘Η εύγνωμοσύνη, ώ ‘Ελληνες, είναι τόσον γλυκεία άρετή, όπού μισητότερον πράγμα άπό τόν άγνώμονα δέν είναι είς τόν κόσμον, καί τόσον είναι φυσική αύτή ή άρετή, διά νά είπώ ούτως, όπού τά ίδια ζώα τήν διατηρώσι μέ άκραν άκρίβειαν. Είναι δέ έν χρέος τού εύεργετηθέντος ή εύγνωμοσύνη, καί ούτως εύκόλως γεννάται είς τάς καρδίας όλων τών έλευθέρων άνδρών, ώσάν όπού μύριαι είναι αί χάριτες, όπού παρά τής πατρίδος τής χορηγούνται. ‘Αλλά, διά νά καταλάβητε ώ ‘Ελληνες, εύκολώτερα, τήν μεγαλειότητα τοιούτου χρέους, καί τήν ζέσιν μέ τήν όποίαν οί έλεύθεροι λαοί τό έκπληρούσι, άναγκαίον είναι νά μάθητε πρότερον τήν άληθή σημασίαν τής λέξεως «Πατρίς», καί τότε θέλετε καταλάβει, πόσον άναγκαία έξακολούθησις είναι ό πρός αύτήν έρως, καί τά έξ αύτού παραγόμενα θαυμάσια έργα.

Πατρίς είναι μία λέξις, διά τής όποίας όλοι κοινώς έννοούσι τήν γήν, είς ήν έγεννήθησαν, οί μόνον έλεύθεροι όμως δύνανται νά καταλάβωσι τήν μεγάλην αύτής σημασίαν, καί διά τούτο οί δούλοι άδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνομα. ‘Ω! πόσον διαφέρομεν άπό τούς προγόνους μας οί ταλαίπωροι! ‘Εκείνοι, όταν Ωμνυον είς τήν πατρίδα των, έτρεμον, καί έφύλαττον τοιούτον
όρκον μέχρι θανάτου, ήμείς δέ ούτε κάν διά όρκον νομίζομεν τοιαύτην λέξιν, καί αύτό, άδελφοί μου, προέρχεται άπό τήν δουλείαν, ή όποία ούσα άντικειμένη καθ’ όλα είς τήν έλευθερίαν, όσα έργα είς τή μίαν δοξάζονται, είς τήν άλλην καταφρονώνται, καί όσα είς έκείνην πολλά εύλαβούνται, είς έτούτην ώς ούδέν λογίζονται.

Τά όνόματα, άγαπητοί μου, λαμβάνουν τήν σημασίαν άπό τήν ίδιότητα τών πραγμάτων, είς τά όποία άναφέρονται. ‘Οθεν, άν τινάς δέν γνωρίζει τό πράγμα, είς ούδέν τού χρησιμεύει ή όνομασία του. Καί καθώς ό έκ γενετής άόμματος, προφέροντας τά όνόματα όλων τών χρωμάτων, ούδέν έννοεί, έπειδή δέν είδε ποτέ τά χρώματα, ούτως καί οί νύν ‘Ελληνες μέ τό «Πατρίς» άλλο δέν έννοούσι, είμή τήν γήν είς τήν όποίαν έγεννήθησαν, έπειδή τούς λείπει ή έλευθερία. ‘Η λέξις «Πατρίς» έρέθιζε είς τήν ένθύμησιν τών προγόνων μας όλας τάς ίδέας τών καλών τής έλευθερίας, καί όλην τήν εύδαιμονίαν τής ζωής των ..
1. Τά παιδία, έπί παραδείγματι, ένθυμούντο τά κοινά φροντιστήρια, είς τά όποία όλα μαζί έδιδάσκοντο τάς άρετάς, μέ κοινήν εύχαρίστησιν, ένθυμούντο τάς γλυκείας καί όρθάς συμβουλάς τών καθηγητών των, ένθυμούντο τά βραβεία, όπού έλάμβανον είς τά χρηστά έργα των, καί τούς στεφάνους είς τήν προκοπήν των, τήν άγάπην καί εύνοιαν τών μεγαλειτέρων, τάς περιδιαβάσεις των, καί τέλος πάντων, μέ τήν λέξιν τής Πατρίδος ένθυμούντο τήν άληθή εύδαιμονίαν των. Οί νέοι έπρόσθετον είς τά ρηθέντα τούς πολεμικούς άγώνας, τήν δόξαν τών άρμάτων, τήν άνωτάτην χαράν τής κοινής ύπολήψεως, τήν έλπίδα τής ταχέας συναριθμήσεώς των είς τόν κατάλογον τών συμπολίτων καί τών διαυθεντευτών τής πατρίδος, τούτο, όλοι όμού, είς τήν πατρίδα των μόνον εύρισκον τήν εύτυχίαν των, καί δι’ αύτήν μόνον έφύλαττον τήν
ζωήν των, τή όποίαν έθυσίαζον είς κάθε της χρείαν. Θαυμάζουν οί δούλοι, βλέποντες τούς έλευθέρους στρατιώτας νά άψηφώσι τοσούτον τόν θάνατον, καί νά όρμώσι μέ άνέκφραστον θάρρος είς άπάντησίν του. Δέν μού φαίνεται, λοιπόν, άχρηστον, νά σάς φανερώσω έν συντόμω τάς αίτίας, μάλιστα νομίζω, νά είναι άναγκαιότατον, διά νά μάθωσιν όσοι τό άγνοούσι, ότι ό έλεύθερος άγαπά τήν ζωήν του, ώς καί ό δούλος, καί περισσότερον. Αν δέ, είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος του, μέ τόσην άδιαφορίαν τήν θυσιάζει καί μέ εύχαρίστησιν, αύτό άκολουθεί μέ τό νά άγαπά περισσότερον τήν πατρίδα του άπό τήν ζωήν του, ή διά νά είπώ καλλίτερα, μέ τό νά μήν ξεχωρίζη τήν πατρίδα του άπό τήν ζωήν του, τό όποίον είς τούς δούλους δέν εύρίσκεται. ‘Η ύπαρξις, βέβαια, είναι κατά πολλά γλυκεία, καί ή ζωή είναι τό τιμιώτερον πράγμα είς τόν άνθρωπο. ‘Ανόητος, λοιπόν, ήθελεν είναι όποιος δέν τήν νομίζει τοιαύτην. ‘Αλλά, πώς τοσούτοι, διά μικρόν τι, κινδύνεύουν αύτήν τήν ζωήν των, καί ούκ όλίγοι αύτόκτονοι άποκαθίστανται; ‘Οθεν, είναι φανερόν, ότι άν καί ή

καί τήν άνέκφραστον χαράν τής φιλίας. Οί άνδρες, παρομοίως, έκτός τών ρηθέντων, ένθυμούντο τήν έμπιστοσύνην τών ώραίων συμβίων των, τούς γλυκυτάτους καρπούς τού γάμου των, καί τά τοιαύτα. Οί γέροντες, τέλος πάντων, ένθυμούντο τήν δικαιοσύνην, τήν εύλάβειαν πρός τούς νόμους καί τό σέβας είς αύτούς. ‘Ολα τά άγαθά τής ζωής των, διά μιάς λέξεως, έπαρησιάζοντο είς τάς ίδέας των, καί ή βεβαία άθανασία τού όνόματός των εύφραινε τάς καρδίας των.

ζωή, είναι τό τιμιώτερον πράγμα τού άνθρώπου, ή εύτυχία όμως καί τό καλώς έχειν του είναι πολλά περισσοτέρας τιμής άξια καί άπό αύτήν τήν ίδίαν του ζωήν. ‘Η ύπαρξις εύφραίνει, όταν ό άνθρωπος ζή εύχαριστημένος καί όταν χωρίς θλίψεις καί βάσανα, άπερνά τόν καιρόν τής ύπάρξεώς του έλευθέρως, μέ ήσυχίαν, χωρίς κυρίους ούτε τών έργων του, ούτε τών λόγων του, τέλος πάντων, όταν ζή εύτυχής. ‘Αλλ’ όποίαν ήδύτητα ήμπορεί νά εύρη ό ταλαίπωρος δούλος είς αύτήν τήν ζωή του, όταν ούτε νά όμιλήση, ούτε κάν νά στοχασθή ήμπορεί, ώς βούλεται; Διά νά φυλαχθή όμως τό άνθρώπινον γένος είς τοσαύτας δυστυχίας, καί διά νά μήν αύτοφονευθούν οί περισσότεροι, όντας ύπό τής δουλείας, τό ύπέρτατον Ον έμφύτευσεν είς τάς καρδίας όλων τών άνθρώπων μίαν κλίσιν πρός τό βελτίον, δηλαδή τήν έλπίδα, έπειδή μού φαίνεται άδύνατον, ώ ‘Ελληνες, νά ήμπορούσε νά ζήση ό δυστυχής, καί μάλλον ό δούλος ούτε μίαν ήμέραν, άν αύτό τό φυσικόν δώρον, αύτή, λέγω, ή έλπίς δέν ήθελε τόν παρηγορή διηνεκώς, καί δέν ήθελε τού βαστά, διά νά είπώ ούτως, τήν θανατηφόρον μάχαιραν, τόσας φοράς, όσάκις ή δυστυχία του τόν βιάζει, νά τήν κινήση έναντίον του.

‘Οταν όμως ή δυστυχία ύπερβαίνη τάς δυνάμεις τού πάσχοντος, τότε ή έλπίς παύει, καί ό πάσχων θανατούται. Μία άσθένεια, παραδείγματος χάριν, άνίατος καί πολυχρόνιος καί άνυπόφορος, άποκαταστεί αύτόκτονα τόν άρρωστον, καθώς φονεύει ένα γεννήτορα μία βεβαία
καί μεγάλη ένδεια, ή όποία ύστερεί τήν ζωοτροφίαν τών τέκνων του καί τής συζύγου του. Τά πάθη, πρός τούτοις, τής ψυχής, μέ τά όποία είναι πεπροικισμένος ό άνθρωπος, έχουν τήν ίδίαν δύναμιν, καί συχνάκις πολλά μεγαλειτέραν, άπό τάς καθ’ αύτό χρείας τού άνθρώπου, καί διά τούτο βλέπομεν πολλάκις ένα έραστήν νά φονεύεται διά τήν άπιστίαν τής φίλης του, καθώς καί ένας φιλάργυρος θανατούται, όταν τού κλεφθή ό θησαυρός του, καί ούτως καθεξής. Φανερόν είναι λοιπόν, ότι τά πάθη καί αί δυστυχίαι, όταν αύξάνουσι περισσότερον άπό τάς δυνάμεις τού πάσχοντος, τότε ή έλπίς άφανίζεται, καί έξακολούθως ό πάσχων φονεύεται. ‘Αλλά, τά πάθη καί αί φυσικαί κλίσεις καί διαθέσεις τών άνθρώπων είναι διάφοροι καί πολυποίκιλοι, διά τούτο, άλλος μέν τρέχει μέ θάρρος καί χωρίς φόβον έναντίον δέκα έχθρών, εύρισκόμενος δέ αύτός ό ίδιος είς ταξίδιον διά θαλάσσης, τρέμει είς κάθε παραμικρόν αύξημα τού άνέμου, καί ό ναύκληρος, έξ έναντίας, όπού τόσον μεγαλοψύχως πολεμεί μέ τάς τρικυμίας, φοβείται νά άπαντήση ένα έχθρόν καί νά πολεμήση. Ποίος, μέ άκραν ήσυχίαν καί άδιαφορίαν, μονομάχεται συχνά, καί θεωρεί μέ όμμα άπτόητον τόν θάνατόν του είς τό άκρον τού άντικειμένου άρματος, άλλά φεύγει άπό τό στρατιωτικόν σώμα άπέναντι τού έχθρού. Καί ούτως, καθείς διαφέρει τού άλλου. ‘Ανάμεσα όμως είς τά άνθρώπινα πάθη, τό μόνον όπού νά παρακινή όλους όμοίως, καί τό άνώτερον, είναι ή φιλοδοξία. Διά μέσον τής άληθούς φιλοδοξίας, άποκαθίστανται ήρωες οί έλεύθεροι, τών όποίων όλη ή δόξα συνίσταται είς τήν διαυθέντευσιν τής πατρίδος των καί τής έλευθερίας των. Τή άληθεία προξενεί θαυμασμόν, είς όποιον στοχάζεται τά όσα βλέπει νά άκολουθούν, καί τά όσα οί ίστορικοί διηγούνται νά ήκολούθησαν, νά βλέπη, λέγω, νά πολεμούν δούλοι μέ δούλους, έλεύθεροι μέ έλευθέρους, καί δούλοι μ’ έλευθέρους, νά φονεύωνται άλλήλων των τόσον άσπλάγχνως, καί, τάς περισσοτέρας φοράς, χωρίς μεγάλας αίτίας. Τί, άραγε, νά τούς παρακινή είς αύτόν τόν άμοιβαίον άφανισμόν, ώ ‘Ελληνες;

Διά μέν τούς έλευθέρους, λοιπόν, θέλει παύσει ό θαυμασμός σας, άφού ένθυμηθήτε τά άνω ρηθέντα περί αύτών, άφού, λέγω, στοχασθήτε, ότι ό έλεύθερος είναι παρακινημένος άπό τήν δόξαν. Αύτός φονεύεται διά νά διαυθεντεύση τήν πατρίδα του, θυσιάζεται διά νά διαφυλάξη τούς νόμους του, καί πολεμεί διά νά διατηρήση τήν έλευθερίαν του. ‘Ο έλεύθερος, ώ ‘Ελληνες,
δέν ήξεύρει νά ζήση άλλεωτρόπως, είμή έλευθέρως’ λοιπόν, άγοράζει τήν ζωήν του, διά νά είπώ ούτως, μέ τόν θάνατόν του, ούτε κάν άμφιβάλλει, ότι άνευ έλευθερίας είναι ζωή δι’ αύτόν.
‘Ο έλεύθερος λαός, ώ άγαπητοί μου, ήμπορεί νά παρομοιασθή είς μίαν φαμιλίαν. Οί νόμοι είς τούς πολίτας είναι ώς οί γεννήτορες είς τά ίδιά των τέκνα, καί καθώς αύτά έλαβον άπό τήν ίδίαν φύσιν τό άπαραίτητον χρέος είς τό νά διαυθεντεύσουν τούς γονείς των, ούτως καί οί συμπολίται διά μέσον τής έλευθερίας χρέος έχουσι νά διαυθεντεύσωσι τούς νόμους τής πατρίδος των. ‘Αλλά ποίος δέν διαυθεντεύει τήν μητέρα του; ‘Εγώ νομίζω, νά μήν άτιμάζη τό άνθρώπινον γένος, καί νά εύρίσκεται έν τόσο μισητόν τέρας έπάνω είς τήν γήν. Ούτως λοιπόν, άν ό έλεύθερος διαυθεντεύη τήν πατρίδα του, μέ τό ίδιό του αίμα, κάμνει τό χρέος του.

Καί, καθώς άν, νυκτός, είσέλθουν κλέπται είς οίκον τινά, τά δέ τέκνα διαυθεντεύοντας τούς γεννήτοράς των καί τήν περιουσίαν των, ήθελαν φονευθή όλα, καθείς χωρίς ποσώς νά θαυμάση, ήθελεν έπαινέσει μόνον τήν άξιότητα καί εύγνωμοσύνην τών τέκνων, πολλά περισσότερον δέν πρέπει νά θαυμάση τινάς, όταν θεωρή τους έλευθέρους νά όρμώσι κατά τών έχθρών των, διότι αύτοί διαυθεντεύουσι τήν πατρίδα των, άπό τήν όποίαν πάντοτε άγαπήθησαν, είς αύτήν άνετράφησαν, άπό τούς νόμους της έδικαιώθησαν, καί είς αύτήν μόνον χαίρονται τήν άληθή άνθρωπίνην εύδαιμονίαν. Πώς ήμπορεί ό έλεύθερος, ώ ‘Ελληνες, νά άκούση τόν πολεμικόν ήχον τής σάλπιγγος καί νά μείνη άκίνητος; Πώς, λέγω, νά μήν όρμήση ό υίός έναντίον τού έχθρού, όπού μέλλει νά φονεύση τήν μητέρα του; Πού μένει τόπος τής φιλοζωίας, όπου είσέρχεται ό θείος καί ήρωΐκός ένθουσιασμός τής έλευθερίας; Πού στοχάζεται
τόν θάνατο ό έλεύθερος, όταν βλέπη νά πλησιάζουν είς τήν πατρίδα του αί φοβεραί άλύσοι τής δουλείας; ‘Ε! άδύνατον είναι, όμογενείς μου άγαπητοί, άδύνατον βέβαια είναι νά περιγραφθούν όσον αίσθάνονται, έκείνη ή μεγαλοψυχία, τό θάρρος, ή άνδρεία, καί ή χαρά, όπού μόνον είς τούς έλευθέρους φαίνονται, όταν ό άρχιστράτηγος κράζη: άγωμεν, συμπολίται, κατά τών έχθρών! άς ύπάγωμεν νά διαυθεντεύσωμεν τήν γλυκυτάτην μας πατρίδα, άς δειχθώμεν εύγνώμονες είς τάς καθημερινάς χάριτας, όπού μέ τήν έλευθερίαν μάς δίδει, καί άς έκτελέσωμεν τό χρέος μας.

‘Ο πατήρ χαίρεται, βλέποντας τήν προθυμίαν τού υίού του, είς τό νά λάβη τά άρματά του, καί νά τρέξη κατά τών έχθρών, ό νέος αίσθάνεται είς τήν καρδίαν του βαθμηδόν νά αύξάνη ό πατριωτικός καί τής δόξης έρως, θεωρώντας τόν πατέρα του νά ήτοιμάζεται, αί μητέρες καί άδελφαί, μέ άμίμητον ήδονήν, βλέπουσι τόν ένθερμον ζήλον τών υίών των καί άδελφών των
είς τό νά διαυθεντεύσουν τήν κοινήν μητέρα των. Τά παιδία καί οί γέροντες, μέ εύχάς καί φωνάς άγαλλιάσεως, δεικνύουσι τήν εύχαρίστησίν των. ‘Ω! θέατρον εύφροσύνης, ώ καλότυχοι, όπού είναι οί έλεύθεροι! ‘Εκείνοι οί θαυμαστοί Σπαρτιάτες, ώ ‘Ελληνες, είχον άμιλλαν άναμεταξύ των, είς τό νά προπορευθώσι κατά τών έχθρών, καί καθείς έποθούσε νά πρωτοχύση τό αίμα του διά τήν πατρίδα, έκείνοι λέγω οί όλίγοι, άλλ’ έλεύθεροι Σπαρτιάτες, έκαμαν νά τρομάξουν όλοι οί έχθροί των, καί όλα τά πλήθη τών βαρβάρων, καί ούτως έφύλαξαν τήν έλευθερίαν τους διά πολλούς αίώνας. ‘Εκείνοι οί ήρωες, όταν έκπορεύοντο πρός άπάντησιν τών έχθρών των, αί ίδιαι μητέρες έδιδαν αύτών τάς περικεφαλαίας, καί τών έλεγον, «ή έπιστρέψετε μέ αύτάς είς τήν κεφαλήν, ή έπάνω είς αύτάς», έπειδή έσυνήθιζον τούς έν πολέμω θανόντας, νά φέρωσιν έπάνω είς τάς ίδίας των περικεφαλαίας, καί κανείς έτι ζών
δέν ήδύνατο νά παραιτήση τά άρματά του, διά τήν άκραν άτιμίαν, όπού μία τοιαύτη δειλία έπροξενούσεν είς όποιον ήθελε τήν κάμει. Τό κοινόν χρέος ύποχρεοί τούς έλευθέρους άνδρας,
ή νά νικήσουν, ή νά άπεθάνουν. ‘Αλλοίμονον, ώ ‘Ελληνες, είς τούς λιποτάκτας καί αύτομόλους! Αύτοί είς τούς προγόνους μας δέν ήμπορούσαν πλέον νά χαρούν ούδένα άπό τά νόμιμα δίκαια τών συμπολίτων, αύτοί έμισούντο, όχι μόνον άπό τούς λοιπούς συμπατριώτας των, άλλά καί άπό τούς ίδίους των γεννήτορας. Οί συγγενείς των έντρέποντο, όταν ήκουον τά όνόματά των,
εί μέν ήτον άγαμοι, κανείς δέν τούς έδιδε τήν θυγατέρα του διά γυναίκα, καί άν ήτον ύπανδρευμένοι, έβδελύττοντο άπό τάς ίδίας των συζύγους καί άπό αύτά τά ίδια τέκνα των.

Πώς, λοιπόν, νά μήν προκρίνη ό έλεύθερος χίλιας φοράς καλλιότερα τόν θάνατον, άπό μίαν τοιαύτην άτιμον ζωήν, καί νά φύγη; Μήπως τού έμνησκεν ίσως έλπίδα νά σμικρύνη τήν άτιμίαν του, διά μέσου τών προγόνων του; ‘Ε! τά τοιαύτα ούτιδανά μέσα, όπού ύπό τής δουλείας άνθίζουν, ώς ούδέν λογίζονται είς τάς έλευθέρας πολιτείας, καί όχι μόνον ό δειλός έκατάσταινε τόν έαυτόν του τόσον άτιμον, άλλά διεδίδετο τοιαύτη άτιμία καί είς τούς άπογόνους του, είς τρόπον, όπού τά τέκνα του τόν άναθεμάτιζον καί έντρέποντο νά κράζωνται υίοί του, έως όπού άφ’ έαυτού των, μέ κανένα άξιον έργον, ήθελαν ήμπορέσει νά ξαναλάβουν τήν χαμένην των δόξαν καί κοινήν ύπόληψιν. Διά τούτο λοιπόν ό έλεύθερος, παρακινημένος άπό τό έν μέρος άπό τήν άγάπην τής πατρίδος του καί άπό τήν πρός αύτήν εύγνωμοσύνην του, άπό τό άλλο δέ πεφοβισμένος άπό τήν άφευκτον άτιμίαν καί κοινήν καταφρόνησιν, δέν αίσθάνετο ποσώς τά άνάξια κεντήματα τής δειλίας, ούτε έστοχάζετο κάν είς τήν ζωήν του, άλλά μόνον είς τήν δόξαν τής νίκης καί είς τό χρέος τό πατριωτικόν.

‘Ιδού, όπού παύει ό θαυμασμός, ώ ‘Ελληνες, ώς πρός τούς έλευθέρους, άν μέ τόσην άφθονίαν έκχύουσι τό αίμα των. Πόσον όμως πρέπει νά θαυμάζη τινάς, όταν βλέπη, καί καθημερινώς τό βλέπει, τούς δούλους νά φονεύωνται είς τούς πολέμους, χωρίς νά ήξεύρουν τό διατί, έκείνους, λέγω, τούς ταλαιπώρους στρατιώτας, οί όποίοι μέ βίαν καί δυναστείαν άρπάζονται διά προσταγής τών σκληρών τυράννων των άπό τάς πτωχικάς των οίκίας, καί άκουσίως βαδίζουν είς άφευκτον έσφαγιασμόν, έκείνους τούς άθλίους, λέγω, καί μισθωτούς αίχμαλώτους καί έπί ζωής των άνελευθέρους, οί όποίοι άπό τήν νεότητά των μέχρι τού έσχάτου γήρατός των τυραννούνται καί βασανίζονται, κακώς ένδυμένοι, καί συχνώς ραβδισμένοι, ούσα ή τροφή των πολλά χειροτέρα άπό έκείνην τών ίδίων άλόγων ζώων, χωρίς ποτέ νά ‘λπίζουν, βεβαίως, βραβεία είς τά άξια κατορθώματά των, χωρίς νά είναι κύριοι τού έαυτού των, όχι είς τό νά πράξουν κατά τήν θέλησίν των, άλλ’ ούτε κάν νά όμιλήσουν, πάντοτε ύβρισμένοι καί καταφρονημένοι, ύποφέροντες μίαν άδικον καί βιαστικήν παρθενίαν, καί γηράζοντες, χωρίς νά ήμπορούν νά είπούν ότι έζησαν. Τόσον πλήθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητών, όπού τά άφευκτα έλαττώματα μιάς ζωής, παντάπασιν όκνηράς, φθείρουν τά ήθη τόσον πολίτων, οί όποίοι είς έλευθέραν πολιτείαν ήθελον ήτον οί τιμιώτεροι καί ένδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οί όποίοι δέν γνωρίζουν, ούτε έχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγματος χάριν, ό άθώος έφυλάχθη άπό τούς νόμους; Πότε έτόλμησεν κανείς άπό αύτούς νά φωνάξη μέ θάρρος έμπροσθεν όλων τών έχθρών του: «Ούχί! δέν σάς φοβούμαι, έγώ είμαι διαυθεντευμένος άπό τούς νόμους, οί όποίοι θέλει σάς τιμωρήσουν διά τήν συκοφαντίαν σας»;

Ούδέποτε, άγαπητοί μου. Αύτοί δέν είδον κάν τό πρόσωπον τού κυρίου των, καί τρέμουσι είς κάθε προσταγήν του, χωρίς νά γνωρίσωσι τήν αίτίαν. Αύτοί λοιπόν, οί τόσον βδελυκτοί άνθρωποι, καί ένταυτώ τόσον άξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καί αύτοί, καί όρμούσι κατά τών έχθρών. Βέβαια, μεγάλη είναι ή άναισθησία αύτών τών δούλων, καί ώφέλιμον είναι νά έρευνήσωμεν τάς αίτίας, διά νά μήν θαυμάζωμεν πλέον ούτε δι’ αύτούς.

‘Απεδείχθη άνωτέρω, ότι ό έλεύθερος άνθρωπος φονεύεται είς τόν πόλεμον έκουσίως διά δύο άφορμάς, διά εύγνωμοσύνην δηλαδή πρός τήν πατρίδα του, καί διά τιμήν καί δόξα τού γένους του, ήτοι τού έαυτού του. ‘Αλλά είς τούς δούλους άμφότερα δέν έχουν τόν τόπον τους, έπειδή ούτε πατρίδα, ούτε τιμήν έχουσιν οί ταλαίπωροι. Τήν πατρίδα των τήν έπώλησαν τής ίδίας άτιμίας, όπού είς τόν θρόνον εύρίσκεται, καί έξακολούθως αύτοί, ώ ‘Ελληνες, δέν ήμπορούσι νά έχωσι τήν άληθή τιμήν, ή όποία συνίσταται είς τήν κύρωσιν τών νόμων καί τών λοιπών συμπολίτων είς τάς κατά μέρος πράξεις τού καθενός’ είς αύτούς φθάνει ή κύρωσις μόνο τού τυράννου, διά νά καταστήση χρηστά τά πλέον βδελυκτά έργα.

‘Αλλη, λοιπόν, δέν είναι ή αίτία, όπού τούς παρακινεί νά θυσιάζωνται τόσον άνοήτως, είμή ό φόβος. ‘Η φύσις, άδελφοί μου, όπού έμφύτευσεν είς τάς καρδίας μας τήν κλίσιν πρός τό βελτίον, ήτοι τήν έλπίδα, διά νά μάς φυλάξη άπό ένα άφευκτον καί γενικόν άφανισμόν, ώς άνωθεν είπον, μετά τής έλπίδος, ή ίδία φύσις, διά νά μήν μάς άποκαταστήση παντάπασιν άναισθήτους, μάς έδωσεν τήν ύποψίαν πρός τό χείρον, ήτοι τόν φόβον.

‘Ο μέν έλεύθερος, λοιπόν, ούτε έλπίζει, ούτε φοβείται είς τό ό,τι μέλλει νά πράξη, διότι είναι βέβαιος, καί πολλά βέβαιος, ότι, άν πράττη καλώς, ήτοι κατά τάς νομικάς διαταγάς, βραβεύεται, καί άν πράττη έναντίον αύτών, παιδεύεται. ‘Αλλ’ ό δούλος έξ έναντίας, άπό μίαν ώραν είς άλλην, άπερνά άπό μεγάλας έλπίδας είς άκρον φόβον, όντας βέβαιος καί αύτός, καί
πολλά βέβαιος, ότι ή καλώς, ή κακώς πράξη, ποτέ μέν βραβεύεται, ποτέ δέ θανατούται, ώσάν όπού είναι άδύνατον νά προΐδή τού τυράννου τήν θέλησιν, ή όποία μεταβάλλεται κάθε στιγμήν.
Καθώς ούν ή έλευθερία άποκαταστεί τόν άνθρωπον γενναίον, ένάρετον καί φιλοπάτριδα, ούτως καί ή τυραννία τόν άποκαταστεί ούτιδανώτερον τών ίδίων άλόγων ζώων, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται, καί τοσούτον οί δούλοι χάνουν τό άνθρώπινον λογικόν, όπού πάντοτε φοβούνται τό ό,τι δέν ήμπορεί νά τούς φοβίση. Πλήν, ή άναισθησία των τούς κρύπτει τήν άλή-
θειαν.

‘Ο τύραννος τρέμει, έπειδή αύτός μόνον γνωρίζει τήν καθαυτό άδυναμίαν μιάς άπολελυμένης άρχής, καί κάθε φοράν όπού βλέπει τούς τυφλούς δούλους του, βλέπει ένταυτώ τήν βρωμεράν ζωήν του νά κρέμαται άπό έν πτενόν ράμα, καί πάντοτε λέγει είς τόν έαυτόν του: «’Ε! άν αύτοί προφέρουν μίαν φοράν τό όχι, ή δύναμίς μου τελειούται.» Πλήν, ματαίως καί οί περισσότεροι άπό αύτά τά τωρινά τέρατα φοβούνται, ώσάν όπού οί δούλοι τους είναι τόσον κεχαυνωμένοι καί πεφοβισμένοι, όπού ούτε κάν γνωρίζουν πώς ύπόκεινται. Αύτός, λοιπόν, ό φόβος, ό στερεώτερος στύλος τής τυραννίας, αύτός, ώ ‘Ελληνες, όδηγεί τούς δούλους είς τόν πόλεμον. Καί, έπειδή όλοι οί δούλοι είς αύτόν παρομοίως ύπόκεινται, ούτως ό δεύτερος άκολουθεί τά βήματα τού πρώτου, καί ό τρίτος τού δευτέρου μέχρι τού έσχάτου. ‘Υπάγουν, πολεμούσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρίς νά ήξεύρουν ούτε διατί έπήγαν, ούτε διατί δέν έπρεπε νά ύπάγουν.

‘Αν όμως ή άναισθησία των καί ό φόβος τούς φέρη είς τόν πόλεμον, ή δειλία, ώς άναγκαία έξακολούθησις τής δουλείας, εύθύς ξεσκεπάζει τόν χαρακτήρα των, καί ούτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, όταν εύρίσκουσιν άνθίστασιν, εί καί παραμικράν, εύθύς νά φεύγουν. Οί δούλοι δέν κάμνουσιν άλλην φοράν, βέβαια, τό χρέος των καλλιότερα,
παρά όταν φεύγουν. Καί διατί νά μήν φύγουν οί ταλαίπωροι; ‘Ισως διά τούς τρείς, ή τέσσαρες όβολούς, όπού ό τύραννός των τούς δίδει διά μισθόν; ή διά τόν φόβον τής άτιμίας; Αύτοί, καί νικηταί καί νικημένοι, τόν μισθόν τους θέλουν τόν έχει, καί νικηταί καί νικημένοι άτιμίαν δέν φοβούνται, ούτε τιμήν έχουν. ‘Η μήπως έχουν, τέλος πάντων, συγγενείς, φίλους καί πατρίδα,
όπού νά τούς παρακινήσουν; Αύτοί οί δυστυχείς είναι άγορασμένοι άπό τόν τύραννόν τους, ώσάν τόσα βόδια ή άλογα.

Φεύ! ώ άνυπόφορος έντροπή τής άνθρωπότητος! ‘Εως πότε ή φωνή τής φιλοσοφίας θέλει λαλεί τήν άλήθειαν ματαίως! ‘Εως πότε οί άνθρωποι νά άτιμάζουν τήν άνθρωπότητα! Οί δούλοι, ώ ‘Ελληνες, φυλάττουσιν είς τήν φυσιογνωμίαν των τά χαρακτηριστικά σημεία τής δουλείας των, καί κάθε έλεύθερος μέ μεγάλην εύκολίαν γνωρίζει τόν δούλον. ‘Η δειλία είναι τό πρώτον καί άφευκτον σημείον είς αύτούς, ή όποία αύξάνει είς τάς ίδέας των κάθε παραμικρόν κίδυνον, καί κάθε δύσκολον έπιχείρημα δι’ αύτούς είναι άδύνατον. Διά τούτο, καί ό θαυμαστός τών ‘Αθηνών άρχιστράτηγος, γνωρίζοντας νά εύρίσκοντο μερικοί ξένοι δούλοι, καί δειλοί, άνάμεσα είς τούς έλεύθερους στρατιώτας του, καί μέλλοντας νά συγκροτήση τήν μάχην μετά τών έχθρών, ήθέλησεν νά έβγάλη αύτά τά έμπόδια άπό τό στράτευμά του, καί έπιχειρίσθη τόν άκό-
λουθον τρόπον: «’Οποιος άπό έσάς», τούς λέγει, «ώ στρατιώται, κατά τύχην άλησμόνησε κανένα πράγμα του είς τήν πόλιν, άς ύπάγη νά τό πάρη, καί έπειτα άς ξαναγυρίση», είς τρόπον όπού όλοι οί δειλοί μέ αύτήν τήν πρόφασιν άνεχώρησαν. Καί τότε αύτός έφώναξεν: «’Ιδού, συμπολίται μου, όπού είμεθα έλεύθεροι άπό αύτά τά βάρη. Οί άνανδροι έφυγον, καί ή νίκη είναι βεβαία διά ήμάς». Καθώς καί ήκολούθησεν. ‘Αν κανένας άρχιστράτηγος δούλων ήθελε κάμει τοιαύτην δοκιμήν είς τούς στρατιώτας του, βέβαια δέν ήθελεν έκχυθή αίμα μέ τελειότητα, ώσάν όπού όλοι ήθελαν έπιστρέψει είς τήν πολιτείαν. ‘Ο έλεύθερος όμως, ώ ‘Ελληνες, λέγει: «’Αν έγώ δέν διαυθεντεύσω τήν πατρίδα μου, ποίος θέλει διαυθεντεύσει έμένα; ‘Εγώ είς αύτήν έλπίζω τήν εύτυχίαν μου. ‘Εγώ είς τόν ναόν της ώρκίσθην, ένώπιον όλων μου τών άδελφών, νά άπεθάνω δι’ αύτήν, πώς νά γίνω έπίορκος; ‘Εγώ είς τήν γήν της έχυσα τούς ίδρώτας μου, πώς νά άφήσω τούς καρπούς της είς χείρας άλλοτρίων; ‘Εγώ, τέλος πάντων, είμαι έν μέρος τού όλου, πώς νά τό άσχημίσω μέ τήν έλλειψίν μου; Τό χρέος μου είναι άπειρον πρός αύτήν, οί φίλοι μου μέ κράζουν, οί συγγενείς μου μέ βιάζουν, τά τέκνα μου μέ παρακαλούν, ή έλευθερία μ’ έγκαρδιώνει. Καί έγώ, νά μείνω άμέτοχος τών βραβείων, όπού τυχαίνουν είς τούς νικητάς; Νά χάσω έγώ τόν στέφανον τής δόξης διά δειλίαν καί άτιμον φιλοζωίαν; Τί είναι, τέλος πάντων, αύτός ό θάνατος, είμή ή ύστέρησις τής ζωής; ‘Αλλά, πώς ήμπορώ έγώ νά ζήσω, χωρίς πατρίδα; ‘Ισως είναι ή λύπη δι’ αύτήν τήν ύστέρησιν; ‘Αλλ’ ήθελεν είναι άνοησία, νά λυπήται τινάς διά ένα κακόν, όπού άκόμη δέν ήθελε τού συνέβη, καί όταν τού συμβαίνη ό θάνατος, τότε δέν είναι πλέον είς καιρόν νά λυπηθή. ‘Οθεν, έκατόν φοράς προκρίνω νά έκχύσω τό αίμα μου είς τήν όδόν τής δόξης καί είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος μου, παρά νά τελειώσω τήν ζωήν μου είς τό κρεββάτι, όπού άποθνήσκει τινάς, διά νά είπώ ούτως, πρίν χάση τήν ζωήν του. ‘Ε! αύτή ή ζωή μου είναι έν δώρον της. ‘Εγώ έζησα ύποκάτω είς τούς νόμους της, έπια τά ύδατά της, έφαγα τούς καρπούς της. Πρέπει, λοιπόν, νά τήν διαυθεντεύσω, καί ώς θνητός, πλήν άληθής συμπολίτης, νά άποκαταστήσω έπωφελή καί τό ίδιον τέλος τής ζωής μου. ‘Η νίκη, ή ό θάνατος άς μέ στέψωσιν, καί άς φύγη μακρόθεν άπό έμέ κάθε δειλός στοχασμός. Ναί, πατρίς μου ίερά, έγώ τρέχω πρός διαυθέντευσίν σου, άμποτες νά άποδειχθώ εύγνώμων είς τάς χάριτάς σου καί νά συναριθμηθώ είς τόν κατάλογον τών διαυθεντευτών σου».

Τοιουτοτρόπως, άδελφοί μου, όμιλεί ό έλεύθερος, όταν εύρίσκεται άρματωμένος πρός διαυθέντευσιν τής πατρίδος του, καί τοιουτοτρόπως έκπληρούσιν οί έλεύθεροι τό χρέος των πρός τούς συμπολίτας των, πρός τήν πατρίδα των, πρός τούς συγγενείς των, καί πρός τούς
φίλους των. Λέγω πρός τούς φίλους των, έπειδή ή φιλία, ύπό τής νομαρχίας, είναι ένα άπό τά κυριώτερα μέσα τής άνθρωπίνης εύδαιμονίας. ‘Η τυραννία, ώ ‘Ελληνες, άνάμεσα είς τά τόσα καλά, όπού ύστερεί τής άνθρωπότητος, κατασταίνει πρός τούτοις καί τήν φιλίαν έν κτήμα έπικίνδυνον. ‘Η φιλία, άδελφοί μου, γεννάται άπό τήν όμοιότητα τών ήθών τε καί ίδεών δύο ύποκειμένων, καί αύτό άκολουθεί κατά τό μάλλον καί ήττον, είς τρόπον όπού θέλοντας ό ένας ό,τι θέλει καί ό άλλος, άγαπώνται άμοιβαίως, καί τοιαύτην άγάπην ούδέν μέσον είναι ίκανόν νά τήν διαλύση, ούτε ή ίδία τυραννία δύναται νά σμικρύνη τήν δύναμίν της, άλλ’ έξεναντίας, καί ό καιρός καί ή άπουσία περισσότερον τήν στερεούσι, καί άσφαλεστέραν τήν άποκαθιστώσι.

Αί δυστυχίαι τού ένός φίλου λογιάζονται ώς ίδιαι παρά τού άλλου, καί άμφότεροι χαίρονται είς τάς ξεχωριστάς των εύτυχίας. ‘Ο ένας κινδυνεύει τήν ζωήν του, διά νά έλευθερώση έκείνην τού φίλου του, ό άλλος έξοδεύει όλην τήν περιουσίαν του, διά νά φυλάξη τόν φίλον του, καί έν ένί λόγω, είς δύο άληθείς φίλους τά πάντα είναι κοινά, κατά τό ρητόν τού μεγάλου Πυθαγόρα.

‘Ω, πόσα παραδείγματα μάς παρασταίνει ή ίστορία πρός τιμήν τής φιλίας, άπό τά όποία δέν ήμπορώ νά σιωπήσω τό άκόλουθον. Βασιλεύοντος Διονυσίου τού Τυράννου είς Συρακούζην, έσυκοφαντήθη πρός αύτόπαρά τινος προδότου ένας ένάρετος άνθρωπος, ένωμένος μέ τούς ήδυτάτους δεσμούς μιάς είλικρινεστάτηςφιλίας. ‘Ο τύραννος ούν, κατά τήν συνήθειαν τών έπί
θρόνου καθημένων, καταδικάζει τόν άθώον είς θάνατον, καί δέν καταδέχεται ούτε κάν νά τόν ίδή, όχι δέ νά τόν άκούση. Μανθάνει ό άθώος τήν άπόφασιν, χωρίς έκπληξιν, ώσάν όπού έγνώριζε, ότι οί δούλοι ύπόκεινται είς τό νά χάσουν τήν ζωήν των είς κάθε στιγμήν, καί κατά τήν όρεξιν τού τυράννου. Δέν λυπείται δι’ άλλο τι, είμή μόνον, ότι άφηνε τάς ύποθέσεις του είς άκραν άταξίαν. Διό τρέχει πρός τόν τύραννον, καί μετά δακρύων τόν παρακαλεί, νά άναβάλη τόν καιρόν τού θανάτου του διά όλίγας ήμέρας, καί νά τού δώση τήν άδειαν νά ύπάγη είς τήν
πατρίδα του, διά νά διορθώση τάς ύποθέσεις τού σπιτίου του, καί έπειτα μέ όρκον τού τάζει νά ξαναγυρίση, διά νά λάβη τόν θάνατον. ‘Ο τύραννος, λοιπόν, τού άπεκρίθη, ότι ήθελε τού κάμει τοιαύτην χάριν, πλήν ύπωψίαζε, μήπως δέν ήθελεν έπιστρέψει, καί διά τούτο άν ήθελε τού προσφέρει ένα έγγυητήν – τόν όποίον νά ήθελε θυσιάσει, άν αύτός ήθελε τόν ήπατήσει – τότε
ήθελε τού δώσει τήν άδειαν. ‘Ακούσας δέ ό φίλος του αύτά, εύθύς τρέχει πρός τόν τύραννον, καί μετά χαράς τού λέγει, δεικνύοντας τόν έαυτόν του: «’Ιδού ό έγγυητής του. ‘Εγώ μένω είς φυλακήν, έως είς τήν έπιστροφήν τού φίλου μου, καί είμαι έτοιμος νά θυσιασθώ είς έλλειψίν του». Τότε ό τύραννος έπροσδιώρισεν τήν ήμέραν, έως είς τήν όποία ήθελε τόν προσμείνει, καί παραχρήμα ό μέν πρώτος άνεχώρησεν, ό δ’ άλλος έβάλθη είς φυλακήν. Καθείς ήμπορεί νά ίδεασθή τήν χαράν τής εύγνωμοσύνης καί τής εύπραξίας, όπού άμφότεροι αίσθάνθησαν. ‘Επήγεν, λοιπόν, είς τό όσπίτιόν του καί μετά πάσης σπουδής έδιώρθωσε τάς ύποθέσεις του, δίδοντας δέ τόν ύστερινόν άσπασμόν είς τήν σύζυγόν του καί τέκνα του, ταχέως έπέστρεφεν πρός τόν τύραννον, καί έφθασεν πρίν τού τέλους τής προσδιωρισμένης ήμέρας. ‘Αλλ’ ό τύραννος, βλέποντας τοσαύτην έμπιστοσύνην, τρόπον τινά έκινήθη είς σπλάγχνος καί τούς ήλευθέρωσεν άμφοτέρους.

‘Ιδού, ώ άγαπητοί μου, πόσον δύναται νά πράξη ή φιλία, όταν εύρίσκεται όντως ριζωμένη είς τάς καρδίας δύο ύποκειμένων. Στοχάζεσθε, ίσως, νά είχον αύτοί οί δύο φίλοι καρδίας δούλων; Ούχί, ώ ‘Ελληνες! Αύτοί έφρονούσαν έλευθέρως, καί μόνον ύπόκειντο είς τόν τύραννον, καθώς τήν σήμερον άκολουθεί είς τούς περισσοτέρους τού γένους μας. Πώς είναι δυνατόν νά άνθίση
τοιαύτη φιλία είς σκλαβωμένας καί δούλας ψυχάς; Οί δούλοι, ώ ‘Ελληνες, άν καί κατά συμβεβηκός συμφωνήσουν είς μερικάς ίδέας των, δέν ήμπορούν ποτέ νά συμφωνήσουν είς τόν κυριώτερον σκοπόν τού άνθρώπου, δηλαδή είς τήν άρχήν τής εύτυχίας των, ώσάν όπού
καθείς άπό αύτούς, εύρισκόμενος είς μίαν παντοτινήν άβεβαιότητα, φυλάττει καθείς ξεχωριστόν τρόπον είς τό νά ζή, καί έξακολούθως προσπαθεί διηνεκώς νά διαφθείρη τήν διαγωγήν του, καί νά τήν παρομοιάζη μέ τήν θέλησιν τού τυράννου, έπειδή τό πάν κρέμαται άπό αύτό τό βρωμερόν τέρας.

‘Οθεν, όποιος εύτυχεί, άγνοεί τό αίτιον, καθώς καί όποιος δυστυχεί. Ούχί δέ ύπό τής νομαρχίας άκολουθεί ούτως. ‘Αλλ’ άπαξάπαντες ποθούσιν έν καί τό αύτό πράγμα, ήγουν τήν άκριβή διατήρησιν τών νόμων, έξ ήν πηγάζει ή εύτυχία πάντων, καί διά τούτο, άν διαφέρουσι είς άλλας των ίδέας, είς τόν άναγκαιότερον όμως σκοπόν όμογνωμούσιν άπαντες. ‘Ας έπανέλθωμεν λοιπόν είς τό προκείμενον. ‘Εχοντες όλοι οί έλεύθεροι άνθρωποι τήν ίδίαν ζέσιν καί άγάπην είς τήν διοίκησίν τους, όταν ή χρεία τό καλή, όλοι όμοθυμαδόν τρέχουσι είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος των, ήτοι τών νόμων των καί τής εύτυχίας των. Οί δούλοι δέ εύρισκόμενοι πάντοτε άσύμφωνοι, κανείς δέν ήμπορεί νά διαυθεντεύση τήν πατρίδα του, έκουσίως καί μέ πόθον, νομίζοντές την έν άλλότριον κτήμα, καί διά τούτο πάντοτε νικώνται.

Είς αύτούς, άγαπητοί μου, λείπει τό κυριώτερον μέσον διά τήν νίκην, τούς λείπει, λέγω, ή όμόνοια, έπειδή, ώς προείπον, δέν έχουν όλοι τόν ίδιον σκοπόν, καί έν καιρώ βίας, ό δούλος δέν στοχάζεται δι’ άλλο, είμή μόνον καί μόνον διά τόν έαυτόν του, καί είς τόν έαυτόν του μόνον εύρίσκει καί πατρίδα, καί συγγενείς, καί φίλους, καί τέλος πάντων τήν εύτυχίαν του. Καί μήν ήμπορώντας νά έλπίζη είς άλλο τι, ούτε δι’ άλλο τι τόν μέλει, παρά διά τόν έαυτόν του, καί ούτως άκολουθεί: όπου δούλοι, έκεί καί άσυμφωνία, όπου δέ άσυμφωνία, έκεί καί όλεθρος.
Οί τύραννοι, ώ ‘Ελληνες, μέ τό νά γνωρίζουν τήν άφ’ έαυτών των άδυναμίαν, πάντοτε έπροσπάθησαν διά μέσου τής άσυμφωνίας, νά κυριεύουν καί τυραννούν τήν ταλαίπωρον άνθρωπότητα, καί πάντοτε διά μέσου αύτής έπέτυχον τού σκοπού των. ‘Η άσυμφωνία, βέβαια, είναι ένα άλάνθαστον προγνωστικόν σημείον δουλείας.

Πολλά εύκόλως, ώ ‘Ελληνες, νικείται ένας άσύμφωνος έχθρός. ‘Οσον δυνατός καί νά είναι, έπειδή αύτή τόν διαμοιράζει, διά νά είπώ ούτως, είς τόσους μικρούς έχθρούς, καί ή δύναμίς του έξακολούθως έλαττούται. Καθώς έπί παραδείγματι οί δάκτυλοι τής χειρός, οί όποίοι κινού-
μενοι όλοι μαζί, έχουσιν άσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρά άπ’ ό,τι ήθελεν έχει ό καθείς κατά μέρος. ‘Η όμόνοια, λοιπόν, είναι καί αύτή μία έξακολούθησις τής έλευθερίας, καθώς καί ό έρως τής πατρίδος, καί πάντα τά θαυμάσια καί χρηστά έργα. Πρός τούτοις, είς τάς έλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ή άληθής καί γλυκεία είκών τού γάμου, ή όποία είς τήν φυσικήν ζωήν έλειπε, καί είς τήν δουλείαν κατεστάθη τό άχρειέστερον πράγμα τού κόσμου.
Οί πατέρες άμφιβάλλουν διά τά ίδιά των τέκνα, καί αύτά άγνοούσι τούς άληθείς γεννήτοράς των. Πού άναισχύντως αί γυναίκες προστάζουσι τούς άνδρας, καί πού άσπλάγχνως οί άνδρες τυραννούσι τάς συζύγους των, πού ό γάμος έκτελείται ό ύστερος, καί πού συζεύγονται δύο, όπού ποτέ δέν ώμίλησαν μαζί. ‘Αλλά, ποτέ δέν ήθελα τελειώσει, άν ήθελα περιγράψει καταλεπτώς τών διαφόρων ύποδουλωμένων λαών τάς άσελγείας καί κακάς πράξεις, αί όποίαι διαφέρουσι άλλήλων, ώς καί αί τυραννίαι διάφοροι άποκαθίστανται άπό τάς περιστάσεις, δηλαδή άπό τά πρώτα ήθη τού ύποδουλωθέντος λαού, άπό τό κλίμα, άπό τήν ποσότητα τών κατοίκων, άπό τήν μεγαλειότητα τής έπικρατείας καί άπό μύρια άλλα αίτια, όπού δέν άναφέρω,
χάριν συντομίας. Οί δούλοι, ώστόσον, ή άπό μίαν άκραν άδιαφορίαν, ή άπό άτιμον σκοπόν, ή άπό βίαν, ή άπό φιλαργυρίαν, ή άπό μόνην φιλαυτίαν, παρακινούνται καί ύπανδρεύονται, καί βέβαια, κανείς άπό αύτούς δέν λαμβάνει γυναίκα, μέ τό ίδιον τέλος, όπού οί προπάτορές μας τό έκαμνον. Οί έλεύθεροι γονείς έπρόσμεναν μέ χαράν νά άποκαταστήσουν έντελή τήν εύτυχίαν τών τέκνων των, καί οί νέοι έλάμβανον τάς νέας διά συζύγους των, είς τήν ήλικίαν, όπού ή ίδία φύσις προσδιορίζει. ‘Αλλά φεύ! ό δούλος, ό έξηκοντούτης λέγω δούλος, λαμβάνει διά γυναίκα μίαν δεκαπενταετή κόρην, ή μία γραία ύπανδρεύεται ένα νέον, καί ούτως άρχινά ή δυστυχία των καί τά βάσανά των, άπό τήν ήμέραν τού γάμου, μέχρι τέλους τής ζωής των.

Οί ‘Ελληνες, είς τούς άπερασμένους αίώνας, έπροσπαθούσαν νά έπιτύχουν, είς τούς νυμφίους, συμφώνως τούς στοχασμούς των, τάς ίδέας των, τά ίδιώματά των, καί τήν ήλικίαν των, οί ‘Ελληνες δέ τών παρόντων αίώνων, είς τά χρήματα μόνον άτενίζουσιν ή μόνον είς τά κάλλη, καί πολλοί άπό αύτούς είς άλλοτρίαν γήν, καί άλλογενείς λαμβάνουν διά γυναίκας – περί ήν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τά τέκνα ήτον γλυκεία έλπίς τών γεννητόρων, νύν δέ πρόξενος βασάνων καί άδημονιών

(1). Μάλιστα δέ είς τήν …

‘Η έλευθέρα μήτηρ έθήλαζε τά ίδια τέκνα της μόνη της καί μέ άκραν χαράν, άλλ’ ή διεφθαρμένη δούλη τής Γαλλίας, ή καί τής’Ιταλίας, καί μερικαί ψευδαρχόντισσες τής Κωνσταντινουπόλεως

‘Ελλάδα, όπού οί νέοι μόλις φθάνουν είς τήν ποθουμένην ήλικίαν τής νεότητος, είς στήν όποίαν ήμπορούν νά ώφελήσουν τούς γονείς των, καί νά τούς άνταμείψωσι διά τάς χάριτας, όπού παρ’ αύτών έλαβον, ή άνάγκη εύθύς τούς ξεχωρίζει, καί πολλάκις διά παντός, άπό τούς γεννήτοράς των, τούς συγγενείς των καί τούς φίλους των, διά νά τούς έκθέση είς τάς καταδρομάς τής τύχης, είς τούς έλέγχους τών βαρβάρων, καί τέλος πάντων είς άνυπόφορον κακόν γήρας είς άλλοτρίαν γήν.

‘Ιδού, ίδού λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, είς τί μάς έφερεν ή δουλεία, καί είς όποίαν άθλίαν κατάστασιν έκαταντήσαμεν. Εύκόλως ήμπορείτε νά καταλάβητε τώρα, ώ ‘Ελληνες, πόσον είναι τό χρέος τών έλευθέρων λαών είς τό νά διαυθεντεύσωσι τήν πατρίδα των, καί έξακολούθως πόσον εύχαρίστως τό έκπληρούσι. ‘Αφού όμως συντρίψετε τάς άλύσους σας, τότε θέλετε αίσθανθή,
άγαπητοί μου, καί εύκολώτερα καί καλλιότερα, τήν δύναμιν, όπού έχει ή έλευθερία είς τάς καρδίας τών άνθρώπων. ‘Εγώ δέ, σιωπώντας κάθε άποδεικτικήν διήγησιν, τελειώνω μέ τό άκόλουθο παράδειγμα.

Εύρισκόμενος ένας στρατιώτης, λέγει ό άξιάγαστος Πλούταρχος, είς τήν μάχην, καί άφού νίκησαν τόν έχθρόν, έτρεξεν νά έμποδίση τό πλοιάριον είς ένα ποταμόν, όπου ήθελε νά διέλθη ό άρχιστράτηγος τών …

λεως, μόλις καταδέχονται νά τών όμιλήσουν, καί σιχαίνονται νά τά άσπασθώσι. Πολλαί άπό αύτάς ούτε κάν γνωρίζουσι τά τέκνα των, έπειδή, εύθύς όπού τά γεννώσι, τ’ άρπάζει μία ξένη δούλη, καί άπό αύτήν τά μεταφέρουν είς τά φροντιστήρια, ή μάλλον είπείν κολαστήρια, άπό τά όποία δέν έβγαίνουν, είμή μετά δεκαπέντε χρόνους. Πώς λοιπόν, νά μήν παύση είς τούς νέους ή πρός τούς γονείς των άγάπη, ή όποία γεννάται μόνον άπό τήν καλοποιίαν; Αί τοιαύται μητέρες, όταν ένθυμώνται μόνον τά όνόματα καί τό γένος τών τέκνων των, είναι άρκετόν, μάλιστα περισσόν.

άντικειμένων, καί φθάνοντάς το τό ήρπασε μέ τήν δεξιάν του χείρα, διά νά τό βαστάξη, έως νά έλθουν οί συμπολίται του, άλλ’ οί έχθροί άπό τό πλοίον τού τήν έσύντριψαν, αύτός δέ παραχρήμα έκτείνει τήν άριστεράν καί έπαθε τό ίδιον. Τότε, ώς λέων, ώρμησε μέ τούς όδόντας νά τό άρπάση, καί εύθύς τόν άποκεφάλισαν. ‘Ω! πόσον, πόσον ζήλον ή πατρίς είχεν έμφυτεύσει είς τήν καρδίαν έκείνου τού ήρωος! Καί πόσον άπέδειξεν έμπράκτως τήν εύγνωμοσύνην του πρός αύτήν!

Advertisements

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: