Ίδρυση πολιτικού φορέα Ελλήνων

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ-ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ

‘Αναγκαίον μοί φαίνεται, άγαπητοί μου, τώρα, όπού έκαταλάβητε τό πόσον χρέος έχει ό έλεύθερος νά διαυθεντεύη τήν πατρίδα του, καί πόσον εύχαρίστως τό έκτελεί, νά σάς φανερώσω έν συντόμω, τίνι τρόπω καί οί έλεύθεροι λαοί ύποδουλώνονται, καί πόσον δύσκολος είναι ή έπανόρθωσις τινών, πόσον δέ εύκολος άλλων. ‘Αλλά, διά νά έννοήσωμεν τήν ύπόθεσιν καλλιότερα, άς έρευνήσωμεν πρότερον τάς αίτίας τοιαύτης μεταβολής, καί βέβαια, θέλει μάς εύκολυνθή ή κατάληψίς της. Βέβαια, φαίνεται νά είναι μία άναγκαία έξακολούθησις τής ύπάρξεως τού παντός αύτή ή παντοτινή μεταβολή καί άκαταστασία όλων τών άνθρωπίνων
έργων, ή όποία μάς άποδεικνύει τήν άτελειότητά μας, καί είναι φανερά ή αίτία! Πώς δύναται νά έβγη έκ τού άτελούς τό έντελές; Πώς ήμπορεί ό άδύνατος καί περιωρισμένος μας νούς, νά έφεύρη καί νά κατορθώση πράγματα σταθερά καί έντελή; ‘Αφευκτος, λοιπόν, είναι ή άτελειότης καί άκαταστασία είς τά άνθρώπινα πράγματα, διά τούτο, ώς πρός ήμάς, όσα όλιγοτέραν άτελειότητα φυλάττουσι, ώς έντελή νομίζονται, καί έξ έναντίας, μήν όντας έντελές ούδέν, δέν εύρίσκεται έξακολούθως πράγμα, όσον καλόν καί άν είναι, όπού νά μήν ύποθέτεται έν καλλιότερον άπό αύτό, καί όσον έντελές νά φαίνεται, νά μήν εύρίσκη τινάς είς αύτό διαφόρους άτελειότητας.

‘Η νομαρχία λοιπόν, άγκαλά καί νά είναι, ώς άπεδείχθη, ή καλλιοτέρα διοίκησις, καί μόνη πρόξενος τής εύτυχίας μας, μ’ όλον τούτο, καί αύτή έχει τά έλαττώματά της, ώς έργον άτελούς ποιήματος, δηλαδή ώς άνθρώπινον έργον, καί ούτως, άφού διέλθη τήν νηπιότητα, τήν νεότητα, τήν άνδρότητα, τέλος πάντων γηράζει καί άπεθαίνει. Αύτή ή διοίκησις ήμπορεί νά παρομοιασθή είς ένα πύργον ύψηλόν καί περίφημον, ό όποίος, όταν κτισθή άπό άρχιτέκτονα άξιον βέβαια, βαστάται καί μένει σώος διά πολλούς αίώνας, άλλά πρέπει καί αύτός νά ύποκύψη είς τόν άφευκτον νόμον τού καιρού, καί πρέπει άφ’ έαυτού του νά γκρεμνισθή. ‘Αλλά, πολλάκις, τό συμβεβηκός προλαμβάνει. ‘Ενας σεισμός, παραδείγματος χάριν, έν ροπή όφθαλμού καταδαφίζει αίφνιδίως τό πλέον στερεόν κτίριον! ή τό πέσιμον άλλου τινός πύργου, γκρεμνίζει καί αύτόν, ή τέλος πάντων ή πυρκαΐά. Ούτως, άδελφοί μου, καί ή νομαρχία ύποδουλώνεται άπό τούς γείτονάς της, όταν αύτοί πρώτον ύποδουλωθώσι, ή άπό κανένα τύραννον, όπού νά έλθη μέ μεγάλας δυνάμεις νά τήν κυριεύση. Τότε, άγαπητοί μου, καθώς ό πύργος γίνεται ένας σωρός άπό καταχαλάσματα, ούτως καί ή νομαρχία μεταβάλλεται είς μοναρχίαν, ήτοι τυραννίαν (1).

‘Από τούτο τό παράδειγμα ήμπορούν, κατά τό παρόν, νά θαυμάζουν όλιγότερον τινές, όπού έρωτώσι, διατί αί μοναρχίαι βαστούν περισσότερον καιρόν, άπό τάς πολιτοκρατίας; Διότι, ή μέν νομαρχία είναι ώς πύργος, ό όποίος ή κατά συμβεβηκός, ή άπό πολυχρονιότητα πρέπει νά πέση, άλλ’ ή μοναρχία, ούσα ώς ό σωρός

Τώρα λοιπόν, όπού έβεβαιώθημεν διά τήν άφευκτον μεταβολήν τών διοικήσεων, άκούσατε πρώτον, παρακαλώ, πότε είναι δύσκολος ή έπανόρθωσις μιάς ύποδουλωμένης νομαρχίας, καί έπειτα θέλω σάς φανερώσει τό πότε είναι εύκολος. Τό πρώτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διά νά είπώ ούτως, μιάς έλευθέρας πολιτείας, όπού πλησιάζει είς τό τέλος της, ήτοι είς τήν δουλείαν, άπό τήν όποίαν δυσκόλως ήμπορεί νά ξανέβγη, είναι ή διαφθορά τών ήθών, άφού, λέγω, ό καιρός καί ή πολυτέλεια άδυνατίσουν τήν ένέργειαν τών νόμων, τότε άρχίζει τό μέγα κτίριον νά τρέμη, καί ή πολιτεία βαδίζει πρός θάνατον. Παύει, παραχρήμα, έκείνη ή άδελφική άγάπη, όπού πρότερον ένωνε είς έν όλους τούς συμπολίτας, καί είσέρχεται είς τόν τόπον της ή διχόνοια, μία άλλεπάλληλος δυσπιστία, ό φόβος τέλος πάντων. Εύθύς γεννάται είς τάς ψυχάς τών συμπολίτων μία γενική έπιθυμία άρχής. Ούτε πλέον στοχάζονται πατρίδα, ούτε δόξαν, ούτε τιμήν, άλλά καθείς φοβούμενος νά μήν είναι δυναστευμένος, θέλει νά δυναστεύση, καί τότε οί άρχηγοί, άρπάζοντες τούς νόμους είς τάς χείρας των, ίσως χωρίς νά τό καταλάβουν, παραχρήμα ό λαός γίνεται δούλος, καί αύτοί τύραννοι. Καί ίδού ή όλιγαρχία. ‘Αλλ’ άνάμεσα είς αύτούς τούς άρχοντας εύθύς εύρίσκεται ένας, ό πονηρότερος, ό όποίος, δυναστεύοντας τούς λοιπούς, ύψώνεται είς τόν θρόνον καί γίνεται μονάρχης, ήτοι τύραννος, καί ίδού ή μοναρχία, ήτοι τυραννία.

‘Η τυραννία, άγαπητοί μου, άλλο δέν είναι, παρά μία άνεξάρτητος καί άπολελυμένη άρχή ένός πρός τούς

τών γκρεμνισμάτων, βέβαια ήθελε μείνει πάντοτε ή αύτή, άν τινες δέν τήν ξαναορθώσουν, καθώς, άν δέν ξανακτίσουν τόν πύργον, μένει πάντοτε ό σωρός.

άλλους, καί διά τούτο είς ούδέν διαφέρει ή μοναρχία άπό τήν τυραννίαν. ‘Αλλά, τήν σήμερον, όπού τά έννέα δέκατα τής οίκουμένης είναι δούλα, καί ύπό τυραννίας βασανίζονται, δέν κρίνω τόσον άναγκαίον νά περιγράψω καταλεπτώς τήν ίδιότητά της, μάλιστα είς έσάς, ώ ‘Ελληνες, όπού έντός όλίγου περί τών όθωμανών θέλω όμιλήσει. ‘Οθεν, μόνον έν συντόμω, θέλω άναφέρει τι δι’ αύτούς, όπού τήν σήμερον όνομάζουν βασιλέας έναρέτους καί πεπολισμένους.
Αύτοί, ώ ‘Ελληνες, διά μέσου τής θρησκείας καί τών νόμων, έκτελούσι τά όσα ή κακία τους τούς διδάσκει, καί είς άλλο δέν διαφέρουσιν άπό τή όθωμανικήν τυραννίαν, είμή μόνον ότι προσποιούνται. Αύτοί, άδελφοί μου, άδικούσι, κλέπτουσι, άρπάζουσι, καί θανατώνοσι, πλήν τά πάντα άναφέρουσιν είς τούς νόμους, τούς όποίους αύτοί μόνοι τους συνθέτουσι, αύτοί ένεργούσι, καί αύτοί δέν ύπακούουσι. ‘Ω, πόσον είναι βέβαιον, ότι ή άνεξάρτητος έξουσία άφανίζει καί τόν πλέον ένάρετον άνδρα! (1)

‘Αν, κατά συμβεβηκός, άγαπητοί μου, εύρεθή καί κανένας άπό αύτούς τούς βασιλείς, δέν λέγω δίκαιος καί ένάρετος, έπειδή ήθελεν κατέβη παρευθύς άπό τόν θρόνον, άλλ’ όπωσούν καλής διαθέσεως, άφού δι’ όλίγον καιρόν δέν άπαντήση άνθίστασιν είς τά προστάγματά του, άποκαθίσταται καί αύτός όμοιος τοίς λοιποίς. ‘Ο θρόνος, άδελφοί μου, άλλάζει τήν φύσιν, διά νά είπώ ούτως, τού έπ’ αύτόν καθημένου, καί ένθυμηθήτε το, ότι όποιος δέν άκούει ποτέ τό όχι, σπανίως τού τυχαίνει τό

1. Οί λαοί τού παρόντος αίώνος έσυνήθισαν τόσον νά είναι δούλοι, όπού χωρίς νά τρομάζουν είς τό νά έξεύρουν, ότι ό μονάρχης ήμπορεί νά κάμη ό,τι θέλει, εύχαριστούνται μόνον νά έπαινώσι έκείνους, όπού δέν πράττουσι όσα κακά ήμπορούσι. ναί. Καί κάθε τύραννος νομίζει διά χρέος άπαραίτητον τών δούλων του τό νά ύπακούεται. ‘Η ίστορία, καλλιότερα άπό κάθε άλλον, μάς παρασταίνει τό τί είναι οί τύραννοι. ‘Ο Διονύσιος, τύραννος τής Συρακούζης, έφόνευσεν ένα πολίτην, διά νά είδεν είς τό όνειρόν του, ότι είχε σκοπόν νά φονεύση τόν τύραννον, οί νύν δέ τύραννοι, οί λεγόμενοι βασιλείς, θανατώνοσιν έκείνους, τών όποίων ή φυσιογνωμία δέν ήθελεν τούς άρέσει! ‘Ας μήν θαυμάσουν είς αύτό μερικοί, όπού άγαπούσι νά τούς διαυθεντεύωσι, άλλ’ άς είδοποιηθώσι πρότερον, διά τά όσα κάθε στιγμήν άκολουθούν
είς τάς βασιλικάς αύλάς, καί έπειτα, άς άμφιβάλλουν, άν ήμπορούν, είς τά πλημμελήματα καί άδικίας αύτών τών τεράτων. Αύτοί, διά παραμικράς αίτίας, καί συχνάκις διά μίαν βάρβαρον όρεξίν τους, άποφασίζουν τόν θάνατον τόσων χιλιάδων ύπηκόων, κηρύττοντες τόν πόλεμον άναμεταξύ των. Αύτοί δέν ψηφούσι ούτε φιλίαν, ούτε συγγένειαν, καί σπανίως ένας βασιλεύς άνεβαίνει είς τόν θρόνον, χωρίς νά πατήση πρότερον τά λείψανα τών συγγενών του ή τών προγόνων του (1).

‘Ω, πόσον ήθελε τρομάξει κάθε αίσθαντικός άνθρωπος, όπού βλέπει τά βασιλικά παλάτια, τά όποία άπό τό έξω μέρος φαίνονται τόσον λαμπρά καί ζωγραφισμένα, άν ήθελεν ίδεί μέ τήν ίδίαν εύκολίαν έκείνους, όπού τά κατοικούσι, είς τήν άληθή στάσιν τής καρδίας των καί τής διαθέσεώς των. ‘Ω, πόσον ήθελεν κλαύσει διά τήν δυστυχίαν τού άνθρωπίνου γένους, βλέποντας

1. Ποίος φονεύει τόν άδελφόν του, διά νά τού άρπάση τό σκήπτρον. Ποίος φονεύεται παρά τής συζύγου του, ή όποία θέλει νά βασιλεύση μόνη της. ‘Αλλος φαρμακεύει τόν πατέρα του, καί
άλλη τά ίδια τέκνα της θανατώνει. τόσα πλήθη άνθρώπων, νά προσμένωσι τήν εύτυχίαν των άπό μερικά τέρατα, όπού είς άλλο δέν έπιμελούνται, είμή μόνον είς τό νά εύχαριστήσουν τάς σαρκικάς των έπιθυμίας καί άλόγους όρέξεις των! Πόσον ήθελαν μετανοήσει, όσοι νομίζουσιν, ότι οί βασιλείς έπιμελούνται διά τό καλώς έχειν τών λαών των, θεωρώντες τους δεδοσμένους είς παντοτινάς τρυφάς! Διατί δέν στοχάζονται οί μοναρχολάτραι, ότι καί κατά φυσικόν τρόπον δέν είναι δυνατόν ένας βασιλεύς νά ήμπορέση κατά χρέος νά όδηγήση τά πάντα; Πώς, άγαπητοί μου, ένας άμαθής καί όκνηρός νά έκτελέση όλα έκείνα, όπού είς τάς έλευθέρας πολιτείας τόσοι ένάρετοι καί άξιοι πολίται, προσπαθούντες όλοι μαζί διά τό κοινόν όφελος, καί διά τήν άκριβή διατήρησιν τών νόμων, όχι όλίγας φοράς σφάλλουσι; Πώς νά ύπακούση είς τούς νόμους έκείνος, όπού όρίζει, πρίν γεννηθή; Καί πώς νά διοικήση όρθώς ό παραβάτης τών νόμων; Πώς νά γνωρίση τό χρέος του έκείνος, όπού άνετράφη είς τόν κόλπον τής όκνηρίας καί τής κολακείας; Πού περισσεύει καιρός τού μονάρχου, νά στοχασθή διά τήν εύτυχίαν τού λαού του (1);

Πώς λοιπόν, πώς τάχατες νά διοική αύτός, όπού

1. Αύτός έξυπνά τό μεσημέρι, σηκώνεται είς τήν μίαν ώραν, έξοδεύει άλλην μίαν διά νά προγευθή, άλλη μία χρειάζεται διά νά τόν ένδύσουν, είς τάς τρείς τόν φέρουν είς τήν περιδιάβασιν, είς τάς πέντε έπιστρέφει είς τό γεύμα, καί μένει έως είς τάς έπτά. ‘Αλλην μίαν ώραν, βέβαια, τήν έξοδεύει διά νά πάρη τόν καφφέ, καί νά είπή μερικά ξυλολογήματα, είς τάς όκτώ ξαναεβγαίνει είς περιδιάβασιν, είς τάς έννέα ύπάγει είς τό θέατρον, είς τάς δώδεκα έπιστρέφει είς τό παλάτιον, καί δειπνεί έως είς τάς δύο, έπειτα κοιμάται έως είς τό μεσημέρι. ‘Ισως τινάς μού άποκριθή, ότι καθημερινώς αύτά δέν άκολουθούν, άλλ’ άς στοχασθή πρότερον, ότι έγώ δέν άνέφερα τά έλαττώματά των άκόμη. Πού τά παιγνίδια; Πού ό έρως; Πού
ποτέ δέν στοχάζεται είς τήν διοίκησιν; ‘Ε, πολλά εύκόλως, άδελφοί μου. Αύτός έκλέγει, ή εύρίσκει έκλεγμένον έναν άλλον παράσιτον κόλακα, τού όποίου δίδει όλην τήν έξουσίαν. ‘Αλλά καί αύτός, έχοντας διπλά τά έλαττώματα, ώς δούλος δηλαδή καί ώς κύριος, δέν ήμπορεί ούτε αύτός νά διοική μόνος του. ‘Οθεν, κατά τό παράδειγμα τού κυρίου του, έκλέγει καί αύτός έδικούς του ύποδιακόνους, καί ούτως ή άρχή διαμοιράζεται είς τόσους δούλους μισθωτούς, οί όποίοι, διά νά κερδίσουν τά άτακτα καί άναρίθμητα έξοδα, όπού τούς χρειάζονται, πωλώσι τήν δικαιοσύνην, καί τυραννούσι τόν ταλαίπωρον λαόν, όσον περισσότερον δύνανται. Είναι άδύνατον, λοιπόν, ένας λαός νά άγαπήση ποτέ τόν τύραννόν του, άλλ’ ό τύραννος, άδελφοί μου, έξ άνάγκης πρέπει νά μισή τούς δούλους του, έπειδή γνωρίζει άρκετώς, ότι οί δούλοι δέν ήμπορούν νά άγαπήσουν τόν κλέπτην, τόν φανερόν άρπαγα τής έλευθερίας των. ‘Αλλά διατί, καί πώς ένας μόνον άνθρωπος, πολλάκις άμαθέστατος καί άναξιώτατος, πάντοτε δέ θηριώδης, άσπλαγχνος, καί σκληρός, καθώς είναι ό τύραννος, νά βαστά ύπό τής θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας άνθρώπων, χωρίς άλλην δύναμιν, ούτε άρματα άλλα, είμή μόνον έκείνα τής τυραννίας, καί τόσον πλή

τό κυνήγι; Πού οί χοροί; Πού αί άκαδημίαι τής μουσικής; Πού αί άδιάκοποι συναναστροφαί; Πού τόσα καί τόσα άλλα έφευρέματα τής όκνηρίας καί βαρβαρότητος; Πού τά συχνά συμπόσια; Καί πώς είναι δυνατόν νά παραιτήση αύτός τόσα καί τόσα άγαθά, διά τόν ένοχλητικόν καί βαρύτατον στοχασμόν τής διοικήσεως; ‘Αφήνω πρός τούτοις κάθε στοχασμόν, όπού ώς άνήρ πρέπει νά έχη διά τήν σύζυγόν του καί ώς πατήρ διά τά τέκνα του, έπειδή τοιαύται ύποθέσεις δι’ αύτόν είναι πολλά μικροπρεπείς, καί ή μεγαλιότης του τόν διορίζει νά έκλέξη ένα μοιχόν δι’ αύτήν, καί ένα νόθον πατέρα δι’ αύτά.

θος ύπηκόων, όπού τόν μισεί, έπιθυμεί τόν θάνατόν του, καί είναι τέλος πάντων έχθρός του, νά ύπόκειται, νά ύπακούη, καί άναισθήτως νά άγωνίζεται, διά νά αύξήση την σκλαβίαν του, χωρίς νά τολμή κανείς, νά φονεύση έν τέρας, ένα μωρόν, άνανδρον καί ούτιδανώτατον άνθρωπον, καθώς, έξ άνάγκης, πρέπει νά είναι ό τύραννος; Διατί, τέλος πάντων, δέν σείουν τόν βαρύτατον
ζυγόν τής δουλείας των; ‘Ε, ‘Ελληνες! ή ίδία βαρύτης είναι τό αίτιον τής άδυναμίας των, καί άλλοίμονον είς έκείνον τόν λαόν, όπού ήθελεν εύρεθή ύπό τοιαύτης τυραννίας. Αύτός κεχαυνώνεται τόσον, όπού χάνει τήν δύναμιν τού στοχασμού. ‘Οθεν, καί δυσκόλως έλευθερώνεται, έπειδή δέν γνωρίζει τήν δυστυχίαν του, καί μόνον ό καιρός ήμπορεί νά τούς έτοιμάση τήν έλευθερίαν τους. Τοιούτοι λαοί, άδελφοί μου, άν κατά τύχην έκβάλλουν ένα, είς άλλον τύραννον ύπόκεινται, καί πάντοτε μένουν δούλοι. Αύταί αί τυραννίαι, ώ ‘Ελληνες, είναι
συνθεμέναι άπό θεοκρατίαν καί όλιγαρχίαν. ‘Ο τύραννος είναι ένα άγαλμα άπνουν καί άργόν, ό δέ λαός δέν τόν ένθυμείται, παρά όταν ζητή τούς άξιωτέρους καί δικαιοτέρους συμπολίτας του, καί δέν τούς εύρίσκη. ‘Η όλιγαρχία μέν συνίσταται είς τόν άντιτύραννον καί όπαδούς του, μαζί μέ μίαν κλάσιν μερικών άναιδεστάτων καί άμαθεστάτων ύποκειμένων, όπού διά τήν όκνηρίαν καί άργίαν, είς τάς όποίας ζώσι, καί μέ τό νά τρέφωνται άπό ξένους ίδρωτας καί άναστεναγμούς, ήθέλησαν νά όνομασθούν εύγενείς. ‘Η δέ θεοκρατία είναι ό κλήρος (1).

1. ‘Η θρησκεία, ώ ‘Ελληνες, ή όποία συνίσταται είς τό νά δοξάζη ό άνθρωπος τόν πλάστην τού Παντός, βέβαια είναι έν άπό τά παλαιότερα συστήματα τών άνθρώπων. Καί έξακολούθως οί

Οί ίερείς, άγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν καθόλου διάφορον, άπό τούς λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε έπροσπάθησαν, μέ τό μέσον τής θεότητος, νά καταδυναστεύσουν τούς συμπολίτας των, καθώς μέχρι τής σήμερον, μέ τήν άμάθειαν καί κακομάθησιν έπέτυχον τού σκοπού των. Αύτοί, καλύπτοντες μέ τίτλον άγιότητος τά πλέον φανερά ψεύματα, έγέμισαν τούς άδυνάτους νόας τού λαού άπό μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε όπού, άντί νά όνομάσουν ψεύμα τό άδύνατον, τό όνομάζουν άγιον, καί ούτως άδιστάκτως πιστεύουσιν είς κάθε τους λόγον, ούτε τολμούσι νά έξετάσωσι τό παραμικρόν, μάλιστα δέ τούς είναι έμποδισμένον. ‘Οσα έπρεπεν όμως νά είπή τινάς δι’ αύτήν τήν κλάσιν, ή συντομία τού παρόντος μου λόγου μού τά έμποδίζει. Καί μόνον άφήνω νά στοχασθή καθείς, ότι τόσον πλήθος άργών καί άμαθών άνθρώπων, όπού ζώσι, τρυφούσι, καί πλουτίζουσι άπό τούς κόπους τών λοιπών, πόσον μεγαλείτερον είναι, άπ’ όλα τά βάρη μιάς ύποδουλωμένης πολιτείας, καί πόσον βοηθεί τήν τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, ούσαι καί αί δύο δυνάμεις ίδεα-
στικαί καί άνύπαρκτοι.

‘Αλλά, τί νά σάς είπώ διά τήν άλλην κλάσιν, τών όλιγάρχων λέγω, τών λεγομένων εύγενών; Αύτοί νομίζουσι τόν έαυτόν τους τόσον διαφορετικόν άπό τούς

πρώτοι βασιλείς έστάθησαν ίερείς. Αύξάνοντας όμως αί ίδέαι τών άνθρώπων, άπεφάσισαν νά τιμήσουν τόν κτίστην τού Παντός, όχι πλέον μέ τήν άπλότητα καί είλικρίνειαν, άλλά μέ πομπήν καί πολυτελή δώρα. Εύθύς, λοιπόν, έκτισαν ναούς, καί ύπηρέτας τού άφιέρωσαν ούκ όλίγους. ‘Αλλ’ αύτοί οί ύπηρέται, άπ’ όλίγον κατ’ όλίγον, ηύξήνθησαν τόσον, καί τόσον άγνωμόνως άντήμειψαν τόν άμαθή καί εύκολοκατάπειστον λαόν, ώστε όπού είναι άνεκδιήγητα τά κακά, όπού έπροξένησαν είς τόν κόσμον, καί βέβαια ό πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νά κλαύση, όταν άναγνώση τήν ίστορίαν των.

λοιπούς άνθρώπους, όπού μόλις καταδέχονται νά τούς άκούουν, χωρίς νά τούς άποκρίνωνται, ούτε ποτέ νά τούς συναναστρέφωνται. Αύτοί, ώ ‘Ελληνες, κατέχουσιν είς τάς χείρας των όλα τά καθολικά καί άληθή πλούτη τής έπικρατείας, ήτοι τά χωράφια, άμπέλια, καί όλόκληρα χωρία, τά όποία ένοικιάζουσι πρός τόν λαόν, είς τρόπον, όπού ό λαός είναι σχεδόν δούλος μισθωτός άπό αύτούς, καί δουλεύει διά τό κέρδος αύτών. ‘Αφήνοντας κατά μέρος τό πλήθος τών έλαττωμάτων, όπού χαρακτηρίζει αύτήν τήν μιαράν κλάσιν, ή σκληρότης, βέβαια, είς αύτούς είναι γενική, τήν όποία κληρονομούσιν κατά γενεαλογίαν, διά νά είπώ έτζι, καθώς τούς τίτλους των. Είναι αύτόματοι είς τό άκρον, καί τούς δούλους των ψηφούσι πολλά όλιγότερον άπό τά ίδια ζώα των….

http://naos.20m.com

Advertisements

04/12/2010 - Posted by | Ελλήνων Επανάσταση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: